Μιλώντας σε εκδήλωση του SPD στο Βερολίνο ο Αλέξης Τσίπρας επανέλαβε την ερμηνεία του για την κρίση στην Ελλάδα: μια ντόπια ολιγαρχία και μια διεφθαρμένη πολιτική τάξη λήστευαν συστηματικά τον πλούτο της χώρας. Η απώλεια της ανταγωνιστικότητας στην οικονομία, το δυσλειτουργικό κράτος, το ασφαλιστικό που δεν ήταν βιώσιμο, είναι ασήμαντες  λεπτομέρειες στο αφήγημα του Τσίπρα, όπως φυσικά και οι μεταρρυθμίσεις.

Είναι ασφαλώς ενδιαφέρον ότι μετά από τρία χρόνια διακυβέρνησης και ένα βαρύτατο μνημόνιο, ο κ. Τσίπρας ουσιαστικά επιμένει στην ρητορική του 2015. Ίσως όμως αυτό εξηγεί όχι μόνο την νίκη του στις εκλογές αλλά και το γεγονός ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά την «κωλοτούμπα», διατηρεί μεγάλο μέρος των δυνάμεων του.

Μια απλοϊκή εξήγηση της εκλογικής επιτυχίας του 2015 την αποδίδει στα ψέματα που είπε ο ΣΥΡΙΖΑ και στις υποσχέσεις που έδωσε. Όμως ψέματα λένε πολλοί, αυτό δεν τους κάνει πρωθυπουργούς. Προφανώς μέτρησαν και άλλοι παράγοντες. Η παράταση της κρίσης , η απουσία συναίνεσης ανάμεσα στο ΠΑΣΟΚ και στη ΝΔ και η αμφιθυμία του Γιώργου Παπανδρέου που εκλήφθηκε ως αδυναμία, ήταν καθοριστικοί και συνέβαλαν στην φθορά του δικομματισμού. Όμως την ίδια στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ κατάφερε να κάνει το δικό του αφήγημα πλειοψηφικό, πατώντας σε δυο ευρύτατα διαδεδομένες προκαταλήψεις της ελληνικής κοινωνίας. Δύο προκαταλήψεις  που διαπερνούν οριζόντια τα πολιτικά κόμματα..

Η πρώτη θα μπορούσε να ονομαστεί το σύνδρομο Μαυρογιαλούρου. Οι πάντες τα πιάνουν κι αυτοί που έχουν τα μέσα τα πιάνουν περισσότερο από όλους τους άλλους. Έρχεται σε πολλές παραλλαγές και όπως όλες οι προκαταλήψεις έχει ψήγματα αλήθειας. Το βασικό της χαρακτηριστικό ωστόσο είναι η αποενοχοποίηση της συμπεριφοράς μας: η ευθύνη για ότι κακό συμβαίνει ανήκει στους άλλους, τα δικά μας είναι πταίσματα.

Η δεύτερη  προκατάληψη είναι το σύνδρομο της αντίστασης ή στην συντηρητική της εκδοχή το σύνδρομο του ανάδελφου έθνους. Όλοι μας επιβουλεύονται, οι ξένοι θέλουν το κακό της χώρας, μας εκμεταλλεύονται, μαζί φυσικά και οι ντόπιοι συνεργάτες τους. Ένα σύνδρομο που είναι περίπου ταυτισμένο με την ιστορία του νεοελληνικού κράτους.

Πρόκειται για ερμηνευτικά κλειδιά στα οποία παραδοσιακά ανατρέχουμε για να κατανοήσουμε την πραγματικότητα. Είναι αυτό που οι κομπιουτεράδες θα ονόμαζαν το default setting  του πολιτικού μας λόγου, και αφορά εξ ίσου τα κόμματα και τα μέσα ενημέρωσης. Πάντα κάποιοι φάγανε τα λεφτά μας και πάντα οι μεγάλοι (μας) κάνουν ότι θέλουν. Το παιχνίδι είναι στημένο, η μόνη διέξοδος είναι ένα δικό μας όχι.  Στην μεταπολίτευση τα έπαιζε στα δάχτυλα του το ΠΑΣΟΚ. Από το «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες» ως τους «ραντιέρηδες», ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε και τα δύο ως σταθερές στον πολιτικό του λόγο. Κι αυτό ανεξάρτητα από την πολιτική που ακολουθούσε στην πράξη.  Με το ξέσπασμα της κρίσης ωστόσο, ο Γιώργος Παπανδρέου επιχείρησε μια πιο ορθολογική προσέγγιση στο μοτίβο «ή αλλάζουμε ή βουλιάζουμε». Επιχείρησε δηλαδή να στηρίξει μια μεταρρυθμιστική πολιτική, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον ΣΥΡΙΖΑ να μπει στα παπούτσια του ΠΑΣΟΚ. 

Είναι μια μεγάλη συζήτηση το αν θα μπορούσε να αποδώσει η  προσέγγιση του Γιώργου Παπανδρέου. Πιθανότατα όχι, με δεδομένο ότι τον πρώτο καιρό οι πάντες αυτοσχεδίαζαν. Αν είχαν τηρηθεί οι υποσχέσεις και τα αρχικά χρονοδιαγράμματα ίσως. Οι πολίτες μπορεί να αποδέχονταν μια τέτοια, ας πούμε εκσυγχρονιστική, ερμηνεία, με ότι συνεπάγεται, αν έβγαζε την χώρα από την κρίση. Όσο αυτό δεν γινόταν, τόσο έχανε την αξιοπιστία της. Το σίγουρο είναι ότι τα κομματικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ πολύ γρήγορα ανακάλυψαν ότι βρίσκονται σε αντιπαράθεση με τον δικό τους κόσμο. Με αυτή την έννοια οι βουλευτές που «μήδισαν» στην πραγματικότητα ακολούθησαν τους ψηφοφόρους τους.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο κ. Τσίπρας παρά το ότι στην πράξη ακολουθεί κι αυτός μια ριζικά διαφορετική πολιτική και συμβιβάστηκε απολύτως με την τρόικα, παραμένει σταθερός στην ρητορική του. Η διαπλοκή εξακολουθεί να είναι ο βασικός του αντίπαλος ενώ η έξοδος από το Μνημόνιο, το ότι απαλλαγήκαμε δηλαδή από την κηδεμονία των ξένων, εμφανίζεται ως η μεγαλύτερη επιτυχία της κυβέρνησης. Ταυτόχρονα όλες του οι παροχές είναι στοχευμένες στην εκλογική του πελατεία, στα τμήματα του πληθυσμού δηλαδή που αυτή η ρητορική έχει την μεγαλύτερη πέραση. Σε όσους εξαρτώνται κυρίως από τον δημόσιο τομέα αλλά και σε όσους οι έννοιες ελεύθερη αγορά και επιχειρηματικότητα είναι από ξένες ως εχθρικές. 

Αυτή η στρατηγική προσήλωση του ΣΥΡΙΖΑ είναι το μεγάλο του όπλο. Του επιτρέπει να κρύβει την ανικανότητα, τον δογματισμό και τις αντιδημοκρατικές του πρακτικές πίσω από ένα προσωπείο λαϊκότητας. Και θα είναι σίγουρα η αιχμή της αντιπολίτευσης του στην επόμενη κυβέρνηση.