Το ότι θα ακούγαμε τον όρο Μετά-Δημοκρατία από τον Δημήτρη Παπαγγελόπουλο, ομολογώ, ήταν το τελευταίο που θα περίμενα. Δεν τον είχα για τέτοιες μεταμοντέρνες ανησυχίες. Το τι σκεφτόταν βέβαια ένας Θεός το ξέρει. Και δεν μιλώ για τους σκοτεινούς κύκλους που προτιμούν το… σκοτάδι, όχι.

Περισσότερο με ξένισε η αναφορά του, ως παράδειγμα της δράσης αυτών των κύκλων,  στην ανατροπή της κυβέρνησης του Γιώργου Παπανδρέου. Γιατί βέβαια στην ανατροπή αυτή, καθοριστικός ήταν ο ρόλος του ΣΥΡΙΖΑ, ο οποίος υποδέχθηκε με ανοικτές αγκάλες τους στασιαστές βουλευτές του ΠΑΣΟΚ. Αυτοί έριξαν τον Γιώργο Παπανδρέου. Αν ο κ. Παπαγγελόπουλος θέλει τώρα να καταγγείλει τον εαυτό του, δικαίωμά του φυσικά. Εμείς τι φταίμε;

Αλλά βέβαια η ποιότητα της Δημοκρατίας στην Ελλάδα σήμερα, είναι ένα ζήτημα που μας απασχολεί όλους, όχι μόνο τον κ. Παπαγγελόπουλο. Κι αν έπρεπε να αρχίσουμε από κάπου, αυτός θα ήταν χωρίς αμφιβολία ο θεσμός της Δικαιοσύνης. Τους τελευταίους μήνες οι πολίτες παρακολουθούν δύο κορυφαίους εισαγγελικούς λειτουργούς να αλληλοκατηγορούνται δημόσια για πρωτοφανείς μεθοδεύσεις. Όποια από τις δύο πλευρές και αν θεωρήσουμε αληθινή, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η δικαιοσύνη είναι μια φάρσα. Ότι υπάρχουν υπηρέτες της Θέμιδος οι οποίοι, είτε στοχοποιούν  πολιτικούς αντιπάλους είτε προστατεύουν οικονομικά συμφέροντα. Μετά-δημοκρατία πράγματι. Κι αυτή είναι η τελευταία πράξη μιας αντιπαράθεσης που είχε οδηγήσει ακόμα και στον δημόσιο διασυρμό, εκβιασμό καλύτερα, κορυφαίου δικαστικού λειτουργού με την δημοσίευση στοιχείων από την προσωπική του ζωή. Προφανώς δεν ξεχνάμε και την μεταπήδηση της προέδρου του Αρείου Πάγου, την επόμενη ημέρα της συνταξιοδότησης της, στο Μαξίμου.

Κι αυτά είναι στο επίπεδο της πολιτικής. Στην καθημερινότητά του ο πολίτης γνωρίζει ότι στην καλύτερη περίπτωση θα χρειαστεί να περάσουν χρόνια για να δικαιωθεί. Οι ίδιοι οι δικαστές αναγνωρίζουν ότι στην πράξη μιλάμε για αρνησιδικία. Ακόμα χειρότερα θα αναγνωρίσουν ότι δεν είναι όλοι αδέκαστοι. Στο παρελθόν είχε βγει το περίφημο «παραδικαστικό» που μας είχε δείξει πόσο ένας ανέντιμος δικαστής μπορεί να καταστρέψει ζωές ή να προστατεύσει κυκλώματα. Κι οι πολίτες γνωρίζουν ότι σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ανυπεράσπιστοι. Το ότι αποτελούν εξαιρέσεις και ότι η πλειοψηφία των δικαστών επιτελεί με ευσυνειδησία το καθήκον της, είναι μικρή παρηγοριά για τους παθόντες.

Το χειρότερο είναι ότι από πουθενά δεν προκύπτει ότι υπάρχει η προοπτική, πιθανώς και η βούληση, να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι κάθε τόσο, για την αποσυμφόρηση των δικαστηρίων, οι κυβερνήσεις ψηφίζουν νόμους με τους οποίους παραγράφονται αδικήματα που προβλέπουν «μικρές» ποινές φυλάκισης. Πονάει κεφάλι δηλαδή, κόβει κεφάλι. Γιατί φυσικά αυτό σημαίνει όχι μόνο ότι μια σειρά από παράνομες πράξεις, όπως απειλές, πλαστογραφήσεις ή σωματικές βλάβες, μένουν ατιμώρητες, αλλά κυρίως ότι τα θύματά τους δεν βρίσκουν δικαιοσύνη, πράγμα ενδεχομένως και αντισυνταγματικό σύμφωνα. Και βέβαια έχουμε τις περιοδικές αποφυλακίσεις για την αποσυμφόρηση των φυλακών, την ίδια στιγμή που όλοι σχεδόν αναγνωρίζουν ότι σε πολλές περιπτώσεις προβλέπονται υπερβολικές ποινές. Κανείς δεν τολμάει όμως. 

Ένα από τα πιο σοβαρά ζητήματα που έθιξε η τρόικα ήταν η αναμόρφωση της δικαιοσύνης. Δεν τους ένοιαζε φυσικά η Μετά-δημοκρατία. Έβλεπαν απλώς ότι στην Ελλάδα, με την αβεβαιότητα του δικαίου, κανείς σοβαρός επενδυτής δεν θα θέλει να επενδύσει αν δεν έχει ισχυρές πλάτες. Ευτυχώς βγήκαμε από το Μνημόνιο και έφυγε η τρόικα…