Ελλάδα και Τουρκία έχουν μπει για μια ακόμα φορά σε ένα κύκλο ανατροφοδοτούμενης έντασης. Και οι δύο χώρες έχουν υιοθετήσει ένα αφήγημα σύμφωνα με το οποίο αμύνονται στην επιθετικότητα της άλλης κι αυτό είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο καθώς δεν αφήνει πολλά περιθώρια συμβιβασμού.

Το Ελληνικό αφήγημα είναι σαφές. Η αμφισβήτηση της Κυπριακής ΑΟΖ, ο «εμβολισμός» του περιπολικού της ακτοφυλακής και βέβαια η οιονεί ομηρία των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, συνιστούν μια προσχεδιασμένη  κλιμάκωση της Τουρκικής επιθετικότητας.

Η Τουρκία αντιθέτως ισχυρίζεται ότι αμύνεται. Έχει σημασία η στιγμή. Ο Ερντογάν έχει αναθεωρήσει βασικές σταθερές της εξωτερικής πολιτικής και έχει βρεθεί να συνεργάζεται με τον Πούτιν εξ αιτίας του Κουρδικού. Η Τουρκία, θεωρεί ότι η δημιουργία ενός Κουρδικού κράτους στα σύνορά της συνιστά υπαρξιακό κίνδυνο για την χώρα. Πιστεύει μάλιστα ότι οι σύμμαχοί της και κατ εξοχήν οι ΗΠΑ, οι οποίες μάλιστα αρνήθηκαν να εκδώσουν τον Γκιουλέν, την έχουν προδώσει. Φυσικά έχει άδικο αλλά αυτό δεν αλλάζει το πώς σκέπτεται.

Άδικο έχει και στο  Κυπριακό. Από την τουρκική πλευρά ωστόσο πιστεύουν ότι η Κυπριακή ηγεσία προσπαθεί να εκμεταλλευτεί την δύσκολη συγκυρία, αφού προηγουμένως υπονόμευσε την λύση στο Crans-Montana, προκειμένου να αξιοποιήσει για δικό της λογαριασμό τα αποθέματα πετρελαίου του νησιού και να δημιουργήσει νέα τετελεσμένα.

Όσο για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις είναι φανερό ότι για τον Ερντογάν η καθοριστική εξέλιξη ήταν το άσυλο που έδωσε η χώρα στους 8 Τούρκους αξιωματικούς. Είναι κάτι που ο Τούρκος πρόεδρος μοιάζει να παίρνει προσωπικά καθώς γλύτωσε την δολοφονία στο παρά πέντε. Το ότι ο Τσίπρας του υποσχέθηκε ότι θα τους παραδώσει, χειροτέρευσε τα πράγματα καθώς το θεώρησε απόδειξη της ελληνικής διπροσωπίας. Η σύγκρουση των δύο σκαφών στα Ίμια αντίθετα, αντιμετωπίστηκαν στην Τουρκία σαν ένα τυχαίο γεγονός στο οποίο η Ελλάδα έδωσε μεγαλύτερη σημασία από ότι πρέπει. Περισσότερο τους ενόχλησε το στεφάνι του Πάνου Καμένου στα Ίμια, από Ελληνικό πολεμικό πλοίο που το θεώρησαν παραβίαση της ισχύουσας συμφωνίας. Στα πλαίσια αυτά πιστεύουν ότι ανταποδίδουν τα ίσα με τους δύο έλληνες στρατιωτικούς. Αν δεν μας δίνετε τους οκτώ δικούς μας στρατιωτικούς επειδή έτσι αποφάσισε η Ελληνική Δικαιοσύνη, τότε και για τους δύο θα αποφασίσει η Τουρκική Δικαιοσύνη, φαίνεται να είναι το σκεπτικό Ερντογάν. Εξωφρενικό για μια δημοκρατική χώρα αλλά βέβαια η Τουρκία δεν είναι δημοκρατική.

Όπως είναι φανερό τα δύο αυτά αλληλοσυγκρουόμενα αφηγήματα δεν αφήνουν πολλά περιθώρια συνεννόησης. Μια ανταλλαγή των οκτώ με τους δύο είναι φυσικά αδιανόητη. Η μοναδική ελπίδα για την Κυπριακή ΑΟΖ πάλι είναι τα αμερικανικά πολεμικά, κάτι όμως που μπορεί να οδηγήσει σε ακόμα μεγαλύτερη ένταση. Με αυτά τα δεδομένα, πέρα από τις διπλωματικές κινήσεις στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, η Ελληνική κυβέρνηση λίγα μπορεί να κάνει. Εκείνο που έχει σημασία ωστόσο είναι τόσο η κυβέρνηση όσο και η αντιπολίτευση να κατανοούν τα δεδομένα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Όπως για παράδειγμα ότι δεν αρκεί μια , κακά προετοιμασμένη μάλιστα, επίσκεψη του Τούρκου προέδρου για να λύσει τα προβλήματα. Ούτε βοηθά όμως να κατασκευάζουμε σενάρια για μια αναβαθμισμένη τουρκική επιθετικότητα χωρίς να κατανοούμε τα κίνητρα και τις επιδιώξεις της. Οι κινήσεις και οι δηλώσεις εντυπωσιασμού το μόνο που δεν υπηρετούν είναι το εθνικό συμφέρον.