Γιατί η Αθήνα άνοιξε μέτωπο με τη Μόσχα; Ποια είναι τα ωφέλη αυτού του περίεργου bras de fer; Καλές οι δικαιολογίες για τις αποφασιστικές απαντήσεις όταν θίγονται τα εθνικά συμφέροντα, όμως στην εξωτερική πολιτική υπάρχει το εθνικό συμφέρον. Και κάθε πράξη, ή παράλειψη θα πρέπει να αναλύεται μέσα από αυτό το πρίσμα.

Η κυβέρνηση έχει επιλέξει να παίζει το παιχνίδι της σιωπής. Δεν εξήγησε τι ακριβώς έπραξαν οι απελαθέντες Ρώσοι διπλωμάτες. Κάποιες φιλοκυβερνητικές εφημερίδες έφτασαν στο σημείο να μιλάνε για προσπάθεια εξαγοράς βουλευτών των ΑΝΕΛ για να υπερψηφίσουν τη συμφωνία των Πρεσπών. Αν αφήσουμε κατά μέρος ότι εδώ και μερικά χρόνια διακινούνται σενάρια όπου οι βουλευτές των ΑΝΕΛ είναι σχεδόν μονίμως υποκείμενα σε μια προσπάθεια χρηματισμού από κάποιους περίεργους τύπους, κατά τα λοιπά δεν γνωρίζουμε το τι μπορεί να επεδίωξαν οι Ρώσοι διπλωμάτες που απελάθησαν με συνοπτικές διαδικασίες. Προφανώς στην διπλωματία δεν διατυμπανίζεις τα ευρήματα που μπορεί να σου προσφέρουν οι μυστικές σου υπηρεσίες. Από την άλλη, δεν τα βάζεις τόσο ανοιχτά με μια χώρα που μπορεί να μην είναι ο παραδοσιακός σου σύμμαχος, αλλά δεν παύει να είναι μια υπερδύναμη, όταν δεν έχεις μια ξεκάθαρη στρατηγική. Και μέχρι στιγμής, κανείς δεν έχει αντιληφθεί, τι έχει πετύχει η ελληνική πλευρά.

Το προφανές είναι πως η κυβέρνηση στέλνει ένα μήνυμα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, διαβεβαιώνοντας πως η Ελλάδα παραμένει δεμένη στο αμερικανικό άρμα. Όμως αυτό προκύπτει εύκολα ως συμπέρασμα, αν μελετήσει κανείς στενά την εξωτερική πολιτική των ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, από την κωλοτούμπα κι έπειτα. Δεν χρειάζεται άλλου είδους διαπιστευτήρια. Στο Σκοπιανό η Αθήνα υπήρξε απολύτως συνεργάσιμη σε όσα ζητήθηκαν από Ευρώπη και ΗΠΑ. Και η ρητορική της χώρας στα ΝΑΤΟϊκά δεν παρεκκλίνει ούτε γραμμή από την επίσημη της συμμαχίας.

Ποια στρατηγική λοιπόν υπηρετεί η ένταση; Με δεδομένο ότι η Αθήνα είχε κρατήσει διαφορετική στάση στην υπόθεση Σκριπάλ, θα περίμενε κανείς αντίστοιχη αυτοσυγκράτηση και στην εδώ περίπτωση. Πηγές του Υπουργείο Εξωτερικών επιμένουν πως τίποτε από αυτά δεν συζητήθηκε στην κατ’ιδίαν συνάντηση του κ. Κοτζιά με τον κ. Λαβρόφ πριν λίγες εβδομάδες στη Μόσχα. Και πως ό,τι συνέβη, έγινε τις τελευταίες εβδομάδες.

Ούτως ή άλλως, η ένταση θα έχει επιπτώσεις. Αρχικά στις διμερείς σχέσεις και στις πιθανές απελάσεις μελών της ελληνικής διπλωματικής αποστολής. Δευτερευόντως στον τουρισμό και στις οικονομικές σχέσεις των δυο κρατών. Και βέβαια στο Κυπριακό, όπου η Μόσχα παίζει διαχρονικά ένα ρόλο στο προσκήνιο και στο παρασκήνιο. Όσο όμως η κυβέρνηση δεν μπαίνει στην ουσία της ιστορίας και αφήνει όλες τις υποθέσεις να αιωρούνται, τόσο πιο πολλή σημασία αποκτά η σφαίρα της παραπολιτικής, της παραπληροφόρησης και των πρακτόρων.