Δεν άργησαν λοιπόν να έρθουν οι προειδοποιήσεις για casus belli. Μία μόλις εβδομάδα μετά την αποχώρησή του από την κυβέρνηση, ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ άρχισε να εκτοξεύει κεραυνούς με στόχο το Μαξίμου ζητώντας από τον μέχρι πρότινος εταίρο του και «φίλο» του, πρωθυπουργό, να αποβάλει από το σχήμα την Μαρίνα Χρυσοβελώνη και τον Τέρενς Κουίκ. Μάλιστα. Η νέα έκρηξη του μέχρι πρότινος κυβερνητικού εταίρου δεν εκπλήσσει. Όπως και να το κάνουμε κάθε χωρισμός αφήνει τα σημάδια του.

Ο Τσίπρας υφίσταται την κριτική των κομμάτων της αντιπολίτευσης γιατί επί τέσσερα χρόνια συγκυβερνούσε με το κόμμα Καμμένου, όμως προχωράει χωρίς δεσμεύσεις και κυρίως μόνος του χωρίς να υποχρεούται να ζητεί για τις επιλογές του την σύμφωνη γνώμη του μικρού κόμματος. Ο πρόεδρος των ΑΝΕΛ δείχνει πως έχει «πληγωθεί» περισσότερο από το αναπόφευκτο διαζύγιο ακόμη κι αν αυτό εμφανίζεται συναινετικό.

Δείχνει ότι θέλει να τιμωρήσει τα «άπιστα» στελέχη του κόμματός του, όμως επί της ουσίας θέλει να «τιμωρήσει» τον Τσίπρα γιατί τον άφησε να φύγει. Μιλάει για casus belli διαπιστώνοντας ότι το ίδιο βράδυ που μπήκαν οι υπογραφές στο διαζύγιο ο πρωθυπουργός αναζήτησε νέες συμμαχίες απευθύνοντας κάλεσμα για ένα μεγάλο προοδευτικό μέτωπο. Λησμονώντας ενδεχομένως ότι ο ίδιος έβαλε την συγκυβέρνηση σε πολεμικό status ήδη από το προηγούμενο καλοκαίρι όταν κάθε τρεις και λίγο -με ή χωρίς αφορμή- κουνούσε απειλητικά το δάχτυλο προς την κυβέρνηση απειλώντας με την πτώση της εξ αφορμής της Συμφωνίας των Πρεσπών.

Ο Τσίπρας λοιπόν βίωσε τον πολιτικό χωρισμό και τις συνέπειές του πολύ πριν αυτός επισημοποιηθεί. Είδε τον υπουργό των Εξωτερικών του να αποχωρεί, λοιδορήθηκε και υπέστη την αμείλικτη κριτική των αντιπάλων του γιατί εμφανίστηκε να «θυσιάζει» τον Κοτζιά για χάρη του υπουργού Άμυνας. Και τώρα, έχοντας σπάσει τα δεσμά θέλει απλώς να προχωρήσει χωρίς να κοιτάζει πίσω.