Ακόμα κι ένας κυνηγός δεν μπορεί να σκοτώσει ένα πουλί που πετά προς αυτόν αναζητώντας καταφύγιο. Με αυτό το ρητό των Σαμουράι ο ραβίνος Ντέιβιντ Γουόλπ ξεκινά το άρθρο του για τον Τσιούνε Σουγκιχάρα. Έναν Γιαπωνέζο διπλωμάτη ο οποίος έσωσε χιλιάδες Εβραίους από τον θάνατο. Ήταν πρόξενος της Ιαπωνίας στην Λιθουανία το 1939 και βρέθηκε «πολιορκούμενος» από Εβραίους πρόσφυγες από την Πολωνία. Ζητούσαν απελπισμένα βίζα για να μπορέσουν να σωθούν. Ζήτησε οδηγίες από το υπουργείο και του το απαγόρευσαν ρητά. Αυτός όμως αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να τους αφήσει στην τύχη τους. Γνώριζε ότι θα καταστρέψει την καριέρα του αλλά αυτό δεν τον σταμάτησε. Έδωσε χιλιάδες βίζες δουλεύοντας νυχθημερόν, γράφοντας της με το ίδιο του το χέρι. Όταν αναγκάστηκε να φύγει, με το κλείσιμο του προξενείου, άφησε την σφραγίδα του σε έναν πρόσφυγα ώστε να μπορέσουν να πλαστογραφήσουν κι άλλες. Ακόμα και στο τρένο, την ώρα που έφευγε έδινε βίζες. Υπολογίζεται ότι σήμερα είναι στη ζωή 40.000 άτομα χάρη, σ αυτόν. Μετά τον πόλεμο έχασε την δουλειά του και δούλευε σε χειρωνακτικές εργασίες χωρίς κανείς να γνωρίζει την συνεισφορά του. Τον ανακάλυψε το 1968, ένα από τα παιδιά που έσωσε, όταν ήρθε στο Τόκιο στην πρεσβεία του Ισραήλ. 

Ο Γουόλπ αναρωτιέται ποια είναι εκείνα τα χαρακτηριστικά που κάνουν έναν άνθρωπο ήρωα. Το πρώτο, γράφει στο άρθρο του, ήταν ο χαρακτήρας του, ανεξάρτητος και πεισματάρης. Το είχε δείξει από παιδί, επαναστατώντας όταν ο πατέρας του θέλησε να του επιβάλει να σπουδάσει ιατρική: στις εξετάσεις έδωσε λευκή κόλλα. Το 1936 πάλι παραιτήθηκε από την θέση του στο υπουργείο των εξωτερικών διαμαρτυρόμενος για την μεταχείριση των Κινέζων από τον Ιαπωνικό στρατό κατοχής. Το δεύτερο χαρακτηριστικό τέτοιων ανθρώπων συνεχίζει ο Γουόλπ, επικαλούμενος τον ψυχολόγο Φίλιπ Ζιμπάρντο, είναι η ικανότητα «σε συνθήκες που εξάπτουν εχθρότητα σε άλλους και τους μετατρέπουν σε παλιανθρώπους σε αυτούς να διεγείρουν τον ηρωισμό και να τους σπρώχνουν να κάνουν ηρωικές πράξεις». 

Αυτή η δεύτερη ιδιότητα μου φάνηκε εξαιρετικά επίκαιρη και για εμάς. Η κρίση για παράδειγμα έβγαλε τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό μας. Άλλοι έσπευσαν να προσφέρουν ότι και όπως μπορούσαν κι άλλοι πήγαν στο Σύνταγμα επισείοντας κρεμάλες. Άλλοι στάθηκαν αυτοκριτικά κι άλλοι αναζήτησαν εξιλαστήρια θύματα. Το ίδιο έγινε και με τους πρόσφυγες. Είδαμε ήρωες με αυτοθυσία να σώζουν ζωές και είδαμε και μίσος για ανήλικα παιδιά που θα μαγάριζαν τα σχολεία μας. Στην Καβάλα, τα τρία τέταρτα των γονιών ενός σχολείου, κράτησαν τα παιδιά τους σπίτι επειδή γράφτηκαν να παρακολουθήσουν τα μαθήματα 20 προσφυγόπουλα! Μετά υπερηφανευόμαστε ότι θα πάρουμε Νόμπελ  ανθρωπιάς. Και φυσικά είδαμε πολιτικούς να επενδύουν σ αυτό το μίσος. Πιο απροκάλυπτα η Χρυσή Αυγή. Περισσότερο μελετημένα και ωφελιμιστικά οι υπόλοιποι: αν νομίζετε ότι του Πολάκη του ξέφυγαν τα περί φυλακής, κάντε τον κόπο να μπείτε στο προφίλ του στο Φέισμπουκ να δείτε εκατοντάδες, ναι εκατοντάδες, σχόλια πολιτών που τον συγχαίρουν. Ξέρει πολύ καλά τι κάνει, όπως το ξέρει και ο Τσίπρας. Όσο για την ανεξαρτησία του χαρακτήρα κι αυτή γίνεται είδος εν ανεπαρκεία, τουλάχιστον στον δημόσιο λόγο. Έχουμε χωριστεί σε αντίπαλες φυλές. Στο όνομα του «να φύγει ο ΣΥΡΙΖΑ» ή «να μην έρθει η ΝΔ» έχουν εξοβελιστεί η λογική και η μετριοπάθεια. Όσοι αρνούνται να προσαρμοστούν θεωρούνται γραφικοί. Ηθελημένα ή αθέλητα παίζουν το παιχνίδι «των άλλων». Με αυτή την έννοια η κρίση είναι ακόμα εδώ: την κουβαλάμε πια μέσα μας.