«Να συνεχίσετε αφοσιωμένοι στους μεγάλους στόχους που έχουμε και τους πετυχαίνουμε. Και να μην παρασύρεστε σε διαμάχες που επιλέγει ο αντίπαλος για να θολώσει τα νερά. Να αφήσουμε τις Κασσάνδρες της καταστροφής και τους υπερτιμημένους τεχνοκράτες που όταν όμως διαχειρίστηκαν την οικονομία, την έριξαν στα βράχια και αργότερα δεν πέτυχαν ούτε σε μια από τις προβλέψεις και τις εκτιμήσεις τους για την οικονομία, να ασχολούνται με ζητήματα μικροπολιτικής αντιπαράθεσης και παραπολιτικού κουτσομπολιού» είπε χαρακτηριστικά ο πρωθυπουργός στη σημερινη συνεδρίαση.

Δεν χρειάζεται πολλή φαντασία για να καταλάβει κανείς τι εννοούσε. Το Μαξίμου έχει διαλέξει πλευρά: ακόμα και αν καμιά φορά ο κ. Πολάκης με τον μπρουτάλ τρόπο του φέρνει σε αμηχανία την κυβέρνηση που επιχειρεί να εμφανιστεί ως εκφραστής του προοδευτικού μετώπου στη χώρα, στην πραγματικότητα ουδέποτε τον έχει καταδικάσει. Και ο κ. Τσίπρας, άλλωστε, σε πρόσφατη τηλεοπτική του συνεντευξη, από το στυλ του κ. Πολάκη πήρε αποστάσεις. Όχι από την ουσία των όσων λέει και κάνει.

Αυτό είναι και το θεμελιώδες πρόβλημα. Ο κ. Πολάκης που παριστάνει τον Δον Κιχώτη που παλεύει «μόνος μου και όλοι σας» απέναντι στη «διαπλοκή» δεν είναι τίποτε άλλο παρά το αριστερό άλλοθι του Μαξίμου για την Κεντροαριστερή στροφή του. Μπορεί ο πρωθυπουργός να αντλαμβάνεται ότι η μακροημέρευση του ΣΥΡΙΖΑ περνά από τη «στροφή στο Κέντρο», αλλά πρέπει με κάποιον τρόπο να κρατήσει και διάφορους Αριστερούς και λοιπούς «απασφαλισμένους» μαζί του. Ο κ. Πολάκης και τα όσα λέει είναι ο καλύτερος τρόπος.

Όσο ο κ. Πολάκης έχει την κάλυψη του Μαξίμου, θα συνεχίσει αυτό που κάνει. Όπως για παράδειγμα, τον χθεσινό πενηντάλεπτο μονόλογό του στην «ενημερωτική» εκπομπή της ΕΡΤ «Δεύτερη Ματιά». Και στο πρόσωπο του κ. Πολάκη αποτυπώνονται τα όρια του κεντροαριστερού μετασχηματισμού του ΣΥΡΙΖΑ: όσο τον κρατά στις τάξεις του και του επιτρέπει να είναι ο «βεριτάμπλ» εκφραστής «της μάχης κατά της διαφθοράς», τόσο τα περί «προοδευτικού μετώπου» θα ακούγονται ως ρητορικό σχήμα.

Ούτως ή άλλως, ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εναντίον των «κακών τεχνοκρατών», τύπου Παπαδήμου και Στουρνάρα. Ασχέτως αν ο πρώτος βοήθησε να κρατηθεί η χώρα στο ευρώ την πιο δύσκολη ώρα και ο δεύτερος λειτούργησε ως εγγυητής της σταθερότητας του τραπεζικού συστήματος, όταν κάποιοι έκαναν όνειρα για παράλληλο νόμισμα. Τους απεχθάνεται τόσο, δε, που έφτασε να εισηγείται και συνταγματική διάταξη, ώστε ο πρωθυπουργός να μην είναι «τεχνοκράτης». Καμία έκπληξη όμως.