Η εποχή δεν είναι μακρινή: αν αναλογιστεί κανείς την κατάσταση στο γερμανικό πολιτικό σκηνικό πριν τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2017, θα διαπιστώσει ότι μέσα σε έναν ακριβώς χρόνο έχουν συντελεστεί τεκτονικές αλλαγές.

Τότε, οι Χριστιανοδημοκράτες της Άνγκελα Μέρκελ προηγούνταν καθαρά και με μεγάλα ποσοστά στις δημοσκοπήσεις. Το SPDήταν καθαρά δεύτερο και είχε μια ελπίδα για ένα καλό ποσοστόμε τον Μάρτιν Σούλτς επικεφαλής. Η AfDανέβαινε, αλλά όχι τόσο. Οι Πράσινοι πήγαιναν καλύτερα, αλλά σε καμία περίπτωση δεν εκτοξεύονταν στα σημερινά επίπεδα. Και μέσα σε δεκατρείς μήνες ήρθαν τα πάνω κάτω: οι Χριστιανοδημοκράτες πήραν την κάτω βόλτα, το SPDεξαϋλώνεται, η AfD είναι πλέον σε όλα τα κοινοβούλια των κρατιδίων και σε ομοσπονδιακό επίπεδο έχει σταθεροποιηθεί σε ποσοστά στην περιοχή του 15%, ενώ οι Πράσινοι αναδεικνύονται σε νέα δύναμη του αστικού πολιτικού συστήματος, κάτι που έδειξαν οι σημαντικές καταγραφές που πέτυχαν στις εκλογές στη Βαυαρία και στην Έσση.

Οι εκλογές στην Έσση, όμως, και η δραματική πτώση του CDU, είναι πλέον η θρυαλλίδα νέων σημαντικών αλλαγών στο γερμανικό πολιτικό σύστημα, με πρώτη και καλύτερη την προδιαγραφή του πολιτικού τέλους της Άνγκελα Μέρκελ. Η κ. Μέρκελ, μετά την κατάρρευση του κόμματός της σε ένα κρατίδιο που παραδοσιακά πήγαινε καλά και είχε έναν επιτυχημένο πρωθυπουργό και κορυφαίο στέλεχος του κόμματός της, τον Φόλκερ Μπουφιέ, σταμάτησε να παριστάνει ότι…δεν τρέχει και τίποτε. Κάπως έτσι, επισημοποίησε αυτά που όλοι περίμεναν στο Βερολίνο: αφενός, ανακοίνωσε ότι δεν θα διεκδικήσει εκ νέου την προεδρία του κόμματός της στο συνέδριο του Δεκεμβρίου, αφετέρου ανακοίνωσε ότι αυτή η θητεία της στην Καγκελαρία θα είναι και η τελευταία, ενώ στη συνέχεια δεν θα διεκδικήσει κάποιον άλλο πολιτικό ρόλο.

Η σημαντικότερη και πιο ισχυρή, ίσως, Ευρωπαία πολιτικός τα τελευταία χρόνια, η γυναίκα που μέχρι πρότινος φάνταζε ως εκφραστής ενός αντίθετου κοσμοειδώλου σε σχέση με αυτό που πρεσβεύει ο πλανητάρχης Ντόναλτ Τραμπ, βλεπει πλέον την πολιτική της πορεία να είναι ραγδαία καθοδική. Οι αιτίες πολλές, ενώ η φθορά ακόμα σημαντικότερη: οι αποτυχημένες διαπραγματεύσεις για την κυβέρνηση Τζαμάικα με τους Πράσινους και τους Φιλελεύθερους, η επιλογή ανάγκης για συνέχιση του Μεγάλου Συνασπισμού, ο εξαντλητικό καυγάς μεσούντος του θέρους με τον Βαυαρό Χορστ Ζεεχόφερ και η εμπέδωση του αισθήματος ότι πλέον δεν μπορεί να επιβάλλει τις θέσεις της ούτε στο εξωτερικό ούτε και στο εσωτερικό της χώρας της, έφεραν τη Μέρκελ προ τετελεσμένων. 

Η επιλογή που κάνει σε αυτή τη φάση ήταν, όπως έλεγαν στο Βερολίνο, η μόνη εναλλακτική για το κόμμα της που στις δημοσκοπήσεις έχει πάρει την κατιούσα, κινούμενο στην περιοχή του 25%. Τέτοια ποσοστά έχει το CDUνα δει από την εποχή της πολιτικής παντοδυναμίας του Σοσιλαδημοκράτη Γκέρχαρντ Σρέντερ. Ίσως έτσι καταφέρει το CDUνα επανακαθορίσει την πορεία και τις προτεραιότητές του και να διατηρήσει τα πολιτικά του πρωτεία, σε μια περίοδο που χάνει ψήφους και προς τα δεξιά του, προς την AfDκαι προς τα αριστερά του και τους Πρασίνους που φιλοδοξούν να εκφράσουν το φιλοευρωπαϊκό και ανοιχτόμυαλο πολιτικό κέντρο στη Γερμανία. Με άλλα λόγια, το CDUπρέπει να ξαναβρεί τη φόρμουλα, ώστε να γίνει ξανά το κόμμα της μεσαίας τάξης.

Οι επόμενοι μήνες θα είναι κρίσιμοι. Αρχικά, θα λάβει χώρα μια εσωκομματική αναμέτρηση με φόντο το συνέδριο του Δεκεμβρίου, με επικρατέστερους διαδόχους της Μέρκελ τη γενική γραμματέα του κόμματος Αννέτε Κραμπ-Κάρενμπάουερ που θεωρείται πολιτικά εγγύτερα στην Καγκελάριο και τον πιο συντηρητικό υπουργό Υγείας Γιενς Σπαν. Το πιο κρίσιμο, όμως, είναι το πότε θα αποχωρήσει η κ. Μέρκελ από την Καγκελαρία. Πλέον θεωρείται σχεδόν απίθανο, έχοντας ανακοινώσει τη λήξη της θητείας της και με δεδομένες τις δεύτερες σκέψεις για το μέλλον του κυβερνητικού συνασπισμού στο SPDμετά τα αλλεπάλληλα εκλογικά στραπάτσα, να καταφέρει να εξαντλήσει τον εναπομείναντα χρόνο ως το φθινόπωρο του 2021.