Η καταδίκη μιας τρομοκρατικής ενέργειας κάποτε, από μόνη της, είχε σημασία. Σε αυτή τη χώρα, όμως, από ένα σημείο και μετά, οι λέξεις άρχισαν να χάνουν το νόημά τους ή κάποιοι, πολύ βολικά, άρχισαν να καλύπτονται πίσω από λέξεις, για να κρύψουν τι πραγματικά εννοούν και τι πραγματικά είναι. Με άλλα λόγια, δεν έχει σημασία να καταδικάζεις τη βία και την τρομοκρατία λεκτικά, αλλά να την καταδικάζεις εμπράκτως. Να μην την κανονικοποιείς, να μην την δικαιολογείς με ένα «ναι μεν, αλλά», να μην διακρίνεις μεταξύ καλής και κακής βίας, καλής και κακής τρομοκρατίας. 

Η βία είναι βία. Είναι μία και ενιαία. Η τρομοκρατία είναι τρομοκρατία. Είτε ακροαριστερή είτε ακροδεξιά, η τρομοκρατία έχει την ίδια στόχευση, ανεξαρτήτως αφετηρία, όπως το λέει και η λέξη: να επικρατήσει ο τρόμος. Κανείς δημοσιογράφος, όμως, δεν πρόκειται να φιμωθεί, επειδή το θέλουν κάποιοι. Το μόνο που θα καταφέρουν θα είναι να δυναμώσουν τη δημοσιογραφική φωνή. 

Η επίθεση στον ΣΚΑΪ με αρκετά κιλά εκρηκτικών, δυστυχώς όμως, είναι σύμπτωμα. Δεν είναι απλά ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ή δεν είναι ακόμα μια επίθεση μιας εξτρεμιστικής ομάδας που πρέπει να διαβάζεται ως ένας κρίκος στην αλυσίδα συναφών επιθέσεών της. Είναι σύμπτωμα μιας άρρωστης πολιτικής ατμόσφαιρας, ενός τοξικού πολιτικού κλίματος που ξεκίνησε με μεγάλη ένταση από το 2010 και μετά και καθόλου δεν εξασθένησε μετά την ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία, στις αρχές του 2015. 

Βγήκαμε από τα Μνημόνια, θεωρητικά μια νέα κανονικότητα, έστω και με τη μορφή στασιμότητας, διαμορφώνεται, όμως η τοξικότητα στην πολιτική συζήτηση είναι κρατούσα. Και, λυπάμαι που το λέω, τον τόνο σε αυτές τις περιπτώσεις, τον δίνει πάντα η κυβέρνηση. Βεβαίως, υπάρχουν και στελέχη της αντιπολίτευσης, αξιωματικής και ελάσσονος που είναι τσακωμένα με το μέτρο και την έννοια της αυτοσυγκράτησης. Που μιλούν, λες και θέλουν να αναβιώσουν το κλίμα της δεκαετίας του ’50. Όταν είσαι, όμως, στην κυβέρνηση έχεις πολύ μεγαλύτερη ευθύνη, ακριβώς γιατί ηγείσαι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ήρθε στην εξουσία ως προϊόν της οργής και της απογοήτευσης. Ξεκίνησε να γιγαντώνεται στα μέτωπα της Κερατέας, στις πλατείες της αγανάκτησης και του αντιμνημονίου. Πέρασε τη φάση της ενηλικίωσής του, ποτέ, όμως, δεν απέβαλε τον διχαστικό του χαρακτήρα. Πήγε σε εκλογές με το δίλημμα «Ή αυτοί ή εμείς». Δημιούργησε ένα πιασάρικο πολιτικό σλόγκαν, εξαιρετικά αφοριστικό στην ουσία του, για το «παλιό» και το «νέο». Και αν κάποιοι ήλπιζαν ότι μετά την ανάδειξή του στη διακυβέρνηση θα ωρίμαζε, θα άλλαζε ο πολιτικός του λόγος, μάλλον δεν δικαιώθηκαν.

Ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κόμμα Μνημονίου, βρήκε δίαυλο με την Ευρώπη, μετέτρεψε τον στείρο αντιαμερικανισμό του σε θερμό εναγκαλισμό με τις ΗΠΑ, αλλά διατηρεί στον πολιτικό του λόγο στοιχεία του πρώιμου ριζοσπαστισμού του. Και αυτό είναι μεγάλο πρόβλημα. Γιατί, όσο βλέπουν στο Μαξίμου ότι χάνουν, τόσο ανεβάζουν τους τόνους. Τόσο πολώνουν το κλίμα, για να θυμίσουν σε ψηφοφόρους τους τα παλιά και να τους επανασυσπειρώσουν. Θεωρούν ότι η «διαπλοκή», μια μερίδα ΜΜΕ και το «παλιό κατεστημένο που επιζητεί την παλινόρθωσή του» τους έχει βάλει στη γωνιά και τους χτυπάει λυσσωδώς και απαντούν με ακόμα περισσότερη οξύτητα και σφοδρότητα. Και αυτό ισχύει και για τους υπουργούς τύπου Πολάκη που λειτουργούν ως αιχμή του δόρατος μιλώντας για τα «βοθροκάναλα», αλλά και για την ηγετική ομάδα. 

Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για όλα αυτά. Θέλει, μετά από οχτώ πολύ κουραστικά, πολύ δύσκολα χρόνια, να βάλει ξανά τη ζωή του σε μια τάξη. Ναι, να τη νοικοκυρέψει. Γιατί η Ελλάδα χτίστηκε και προόδευσε από νοικοκύρηδες, όχι από «νοικοκυραίους», όπως απαξιωτικά λένε διάφορα παρατράγουδα του σημερινού συστήματος εξουσίας. 

Σε αυτό το νέο «νοικοκύρεμα» της χώρας που πρέπει να γίνει άμεσα, δεν χωρά κανενός είδους κανονικοποίηση της βίας. Διότι, προσέξτε: η έννοια της κανονικοποίησης δεν προκύπτει μόνο δια της δικαιολόγησης της βίας, αλλά και δια της διαμόρφωσης συνθηκών για την άσκησή της. Η τοξικότητα έχει παρενέργειες και πρέπει να τελειώνουμε με αυτή, πριν να είναι πολύ αργά.