Διαβάζω με πολύ ενδιαφέρον όσα γράφονται για τη μεταφορά του καζίνο της Πάρνηθας στα Βόρεια Προάστια των Αθηνών, με πιο πιθανή τοποθεσία το Μαρούσι. Μια εξέλιξη που –μαζί με την προκήρυξη του διαγωνισμού για το καζίνο στο Ελληνικό- κάνει πολλούς να μιλούν για μετατροπή της Αθήνας σε έναν «ναό του τζόγου».

Και; Είναι τόσο κακό, ακόμα και αν συμβεί; Προτιμάμε δηλαδή να έχουμε συνδέσει τον τζόγο με ανήλιαγα υπόγεια, με κρυφές λέσχες, με τεκέδες και υπόκοσμο; Ή αντ’ αυτού θέλουμε τους παίκτες να φορολογούνται κανονικά, να ξοδεύουν νόμιμα τα χρήματά τους, να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας και να υπάρχει κρατικός έλεγχος σε ολόκληρη τη διαδικασία;

Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα με «βαριά βιομηχανία» τον τουρισμό και σε μια Αθήνα που προσπαθεί να γίνει 12μηνος προορισμός για υψηλού επιπέδου τουρίστες, τα καζίνο –εφόσον λειτουργήσουν σωστά και νόμιμα- μπορούν να αποτελέσουν έναν ακόμα πόλο έλξης για επισκέπτες με υψηλά βαλάντια.
Και, σε τελική ανάλυση, δεν έχω ακούσει ποτέ τους Μοντεγάσκους να παραπονιούνται για τη λειτουργία του καζίνο στο Μονακό. Ούτε είναι πηγές διαφθοράς και εγκληματικότητας τα καζίνο στο Άμστερνταμ, στο Βερολίνο ή το Λονδίνο που λειτουργούν καθόλα νόμιμα στο κέντρο των πόλεων. 

Ενδεχομένως πριν από 20 ή 30 χρόνια τα δεδομένα να ήταν διαφορετικά. Σήμερα όμως που η πρόσβαση σε κάθε είδους τζόγο είναι εύκολη και νόμιμη από οπουδήποτε, το να δαιμονοποιούμε ένα καζίνο στο κέντρο της πόλης είναι κλασσική περίπτωση στρουθοκαμηλισμού.  

Με την ίδια λογική, το να ανοίγουν πεντάστερα ξενοδοχεία και εστιατόρια με αστέρια Μισελέν μας μετατρέπουν σε «καμαριέρες και γκαρσόνια της Ευρώπης». Εφόσον όμως έχουμε αποφασίσει ότι ο τουρισμός είναι η βαριά βιομηχανία της χώρας μας, αυτού του τύπου οι επενδύσεις είναι ευλογία και όχι κατάρα. 

Έτσι και τα καζίνο, πάντα υπό τον όρο ότι λειτουργούν νόμιμα και σωστά, μπορούν να αποτελέσουν μια ακόμη πηγή εσόδων. Έσοδα που σε κάθε περίπτωση έχουμε ανάγκη, εφόσον θέλουμε να δούμε επιτέλους την ανάκαμψη της οικονομίας.