Αν έχετε την εντύπωση ότι στο Αιγαίο την πρωτοβουλία την έχει η Τουρκία έχετε απόλυτο δίκιο. Πότε με δηλώσεις αξιωματούχων της και πότε με παραβιάσεις, η Τουρκία διατηρεί ζωντανές τις διεκδικήσεις της, ανεβάζοντας ή κατεβάζοντας τους τόνους κατά βούληση. Αυτό ωστόσο δεν προκύπτει τόσο από κάποια ολιγωρία της κυβέρνησης όσο από μια συνειδητή πολιτική απόφαση. Για να χρησιμοποιήσουμε μια ποδοσφαιρική αναλογία, η Ελλάδα, ήδη από την εποχή του Κώστα Καραμανλή, έχει αποφασίσει να παίξει άμυνα.

Ο βασικός λόγος είναι το πολιτικό κόστος. Το γεγονός δηλαδή ότι όποια λύση και αν δοθεί, ακόμα και μετά από απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης, θα είναι αναγκαστικά κάποιας μορφής συμβιβασμός. Τα αγκάθια είναι πολλά. Υπάρχει για παράδειγμα το ζήτημα των χωρικών υδάτων το οποίο με κάποιο τρόπο πρέπει να λυθεί προτού συμφωνήσουμε να υπογράψουμε το συνυποσχετικό για να πάμε στη Χάγη. Εμείς θεωρούμε ότι έχουμε δικαίωμα να τα επεκτείνουμε μαζί με τον εναέριο χώρο στα 12 μίλια. Αυτή την στιγμή ωστόσο υπάρχει η «ανωμαλία» της ασυμφωνίας χωρικών υδάτων στα 3 μίλια και εναέριου χώρου στα 6 μίλια. Στο υπουργείο των εξωτερικών πολλοί εκτιμούν ότι ένας συμβιβασμός είναι εφικτός, ποιος όμως θα απεμπολήσει ένα κυριαρχικό δικαίωμα; Ταυτόχρονα υπάρχουν διαφωνίες σχετικά με τα θέματα που θα τεθούν προς κρίση, ορισμένα από τα οποία, όπως η «στρατιωτικοποίηση» των νησιών, είναι εξαιρετικά ευαίσθητα.

Με αυτά τα δεδομένα τόσο ο Κώστας Καραμανλής όσο και ο Αλέξης Τσίπρας θεώρησαν προτιμότερο την υπεράσπιση του σημερινού status quo, έστω και αν αυτό σημαίνει παράταση, κάποιοι θα υποστήριζαν διαιώνιση, των προβλημάτων στο Αιγαίο. Είναι φανερό ότι μια τέτοια στάση δημιουργεί μια σειρά ζητήματα. Όπως το ενδεχόμενο οι ισορροπίες να αλλάξουν σε βάρος της Ελλάδας όσο η Τουρκία ενισχύεται στρατιωτικά και οικονομικά. Το μείζον ωστόσο είναι ότι δίνει την δυνατότητα στην Τουρκία να εκβιάσει τον διάλογο αν και όποτε θελήσει, προκαλώντας ένα θερμό επεισόδιο. Το ίδιο αποτέλεσμα φυσικά μπορεί να προκληθεί και από ένα τυχαίο γεγονός, όπως η σύλληψη των δύο Ελλήνων στρατιωτικών το καλοκαίρι.

Για να αποφευχθεί το θερμό επεισόδιο, η πολιτική αυτή συμπληρώνεται από δύο επιπλέον στοιχεία. Το πρώτο είναι η ανάπτυξη συμμαχιών που θα ανεβάζουν το κόστος μιας αντιπαράθεσης για τον επιτιθέμενο. Η ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη αποτέλεσαν αποφασιστικά βήματα όπως και η αναβάθμιση των σχέσεων με τις ΗΠΑ. Στην ίδια κατεύθυνση έχει λειτουργήσει η διευρυνόμενη συνεργασία με το Ισραήλ αλλά και με την Αίγυπτο. Είναι μάλιστα σημαντικό ότι παρά τις κατά καιρούς αντίθετες θέσεις του, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο δεν ανέτρεψε αλλά αντιθέτως συνέχισε και ενίσχυσε αυτές τις συνεργασίες.

Το δεύτερο είναι η προσπάθεια διατήρησης καλών σχέσεων με την Τουρκία. Οι κουμπαριές εντάσσονταν σε αυτή την λογική όπως βέβαια και ο διάλογος για την οικοδόμηση μέτρων εμπιστοσύνης. Αυτός ο διάλογος συνεχίζεται, όπως έδειξε όμως και το φιάσκο της τελευταίας επίσκεψης Ερντογάν στην Αθήνα, τα αποτελέσματα δεν είναι σπουδαία. Μένει να δούμε αν θα υπάρξει πρόοδος στην αναμενόμενη επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Πόλη.

Στο πλαίσιο αυτής της προσέγγισης έχει ιδιαίτερη σημασία να κρατάμε τους τόνους χαμηλά και να μην ακολουθούμε τις σκληρές δηλώσεις των Τούρκων αξιωματούχων. Να μην πέφτουμε στην παγίδα των ακραίων και να μην κλιμακώνουμε την ένταση. Τις τελευταίες μέρες όμως για μια ακόμα φορά στο θέμα αυτό είδαμε δύο γραμμές στην κυβέρνηση. Την ώρα που ο πρωθυπουργός και ο αναπληρωτής υπουργός έριχναν τους τόνους, ο Καμμένος και ο αρχηγός ΓΕΕΘΑ ισοπέδωναν νησιά. Κι αν οι δηλώσεις του κ. Αποστολάκη θεωρηθεί ότι έβαζαν μια αναγκαία κόκκινη γραμμή, οι δηλώσεις Καμένου ήταν φανερό ότι εξυπηρετούσαν μόνο τις επικοινωνιακές – κομματικές σκοπιμότητες των ΑΝΕΛ. Κι αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα: όσο συνεχίζονται οι εκκρεμότητες, τόσο βάζουν σε πειρασμό τα εθνικιστικά και ανεύθυνα στοιχεία και στις δύο χώρες να τις εκμεταλλευτούν για να προωθήσουν την δική τους ατζέντα. Λίγο πολύ έτσι παρά λίγο να πάμε σε πόλεμο για τα Ίμια.

Απέναντι σε αυτή την αμυντική ή και φοβική πολιτική της άμυνας, υπάρχει φυσικά η διαδικασία του Ελσίνκι. Η προσπάθεια δηλαδή να δοθεί οριστική λύση μέσω του Διεθνούς Δικαστηρίου. Στο μέτρο που το διεθνές δίκαιο είναι με το μέρος μας ή τέλος πάντως είμαστε διατεθειμένοι να το αποδεχθούμε ακόμα και όπου δεν μας συμφέρει, είναι η μόνη διαδικασία που μπορεί να διασφαλίσει μακροπρόθεσμα την ειρήνη αλλά και να επιτρέψει την αξιοποίηση της υφαλοκρηπίδας. Γιατί βέβαια, φοβούμενοι το πολιτικό κόστος της λύσης, στην πράξη έχουμε αποδεχθεί ότι δεν ασκούμε τα κυριαρχικά μας δικαιώματα στο Αιγαίο. Αλλά αυτό πολύ βολικά το ξεχνάμε. Δυστυχώς ο Κώστας Καραμανλής εγκατέλειψε την διαδικασία που ξεκίνησε ο Κώστας Σημίτης και σήμερα, στην Ελλάδα, δεν υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για την επανεκκίνησή της. Δεν είναι τυχαίο ότι κανένας πολιτικός αρχηγός δεν έχει το θάρρος να την βάλει στο δημόσιο διάλογο.