Όταν ξεκινούσα την δημοσιογραφία, ένα από τα πιο αγαπημένα κλισέ κάθε αναλυτή που σεβόταν τον εαυτό του, ήταν να αναφέρεται στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας ως την πολιτική της «Υψηλής Πύλης». Το εξωτικό του ονόματος εντυπωσίαζε τους αναγνώστες, έδινε κύρος στον γράφοντα και βέβαια υπογράμμιζε τον τουρκικό κίνδυνο. Γιατί πάντοτε η αναφορά είχε την έννοια ότι οι Τούρκοι είχαν αναγάγει την διπλωματία σε υψηλή τέχνη και ότι αυτοί, σε αντίθεση με την μονίμως ακροβατούσα Ελλάδα, ήξεραν να προωθούν τα συμφέροντά τους. Ομολογώ μια τέτοια μυθοποίηση της τουρκικής πολιτικής μου προξενούσε πάντα εντύπωση, ιδίως όταν αναλογιζόμουν ότι ως το 1821, χρέη υπουργού των εξωτερικών έκανε πάντα ένας Έλληνας, ο Μέγας Δραγουμάνος, καθώς κανείς Τούρκος αξιωματούχος δεν ενδιαφερόταν να μάθει ξένες γλώσσες. Δεν είναι άσχετο με το ότι η Τουρκία ήταν ως τις αρχές του 20ου αιώνα ο «Μεγάλος Ασθενής». Σταματώ εδώ βέβαια ως μη ειδικός.

Το ίδιο φυσικά δεν θα τολμούσα να ισχυριστώ για την Αγγλία. Να μια χώρα με παράδοση, με γενιές και γενιές κορυφαίων πολιτικών που είχαν πάντα μια σφαιρική οπτική της διεθνούς σκηνής και στηρίζονταν σε ένα εξαιρετικό σώμα δημόσιων λειτουργών. Έτσι με μεγάλο ενδιαφέρον διάβασα πρόσφατα μια πανεπιστημιακή διατριβή για μια από τις μεγαλύτερες γκάφες της εξωτερικής της πολιτικής, την επέμβαση στο Σουέζ το 1956. Την προετοίμαζαν για μήνες, αναγκάστηκαν όμως να υπαναχωρήσουν μέσα σε λίγες ώρες από την στιγμή που εκδηλώθηκαν οι στρατιωτικές επιχειρήσεις. Τόσο πολύ είχε πέσει έξω στις εκτιμήσεις του το κυβερνητικό συμβούλιο που είχε την ευθύνη της υπόθεσης, διπλωματικά και στρατιωτικά. Κι αυτό παρά το ότι πρωθυπουργός ήταν ένας από τους πιο έμπειρους Άγγλους πολιτικούς, για χρόνια υπουργός των εξωτερικών του Τσώρτσιλ, ο Άντονι Ήντεν. Η εκτίμηση του συγγραφέα της διατριβής: έπεσαν θύματα του "group thinking", σε ελεύθερη μετάφραση της "σκέψης της αγέλης". Όλοι δηλαδή σκέπτονταν με τον ίδιο τρόπο, κανείς δεν τολμούσε να διαφοροποιηθεί, όλοι προσαρμόζονταν στην κυρίαρχη αντίληψη, δεν μπορούσαν να σκεφτούν διαφορετικά. Δεν μπόρεσαν να σκεφτούν καν εναλλακτικές εκδοχές. Έτσι κανείς δεν επισήμανε τον προφανή παραλογισμό της επέμβασης που κόστισε στον Ήντεν την πρωθυπουργία  και στους Άγγλους τα όποια ερείσματα τους είχαν απομείνει στην Μέση Ανατολή.

Κινδυνεύουμε με κάτι ανάλογο στην εξωτερική μας πολιτική; Πιθανότατα ναι.  Στο μακεδονικό έχει επικρατήσει ένας εθνικιστικός λόγος, μασκαρεμένος ως πατριωτικός, που εμποδίζει κάθε ενδεχόμενο αναστοχασμού. Υπό το κράτος των εντυπώσεων που προκάλεσαν τα συλλαλητήρια μπήκαμε σε ένα τούνελ που οδηγεί σε αδιέξοδο.  Στην πραγματικότητα έχουμε βάλει μια σειρά από προϋποθέσεις, σύνταγμα, εθνικότητα, γλώσσα, που καθιστούν μια συμφωνία σχεδόν αδύνατη την ώρα που ο κίνδυνος του "αλυτρωτισμού" διογκώνεται πέρα από κάθε λογικό όριο. Έτσι πάει να χαθεί μια ευκαιρία την ίδια στιγμή που όλοι σχεδόν υπογραμμίζουν την ανάγκη μιας Βαλκανικής συνεννόησης και σαν αντίβαρο προς την Τουρκία.

Στα ελληνοτουρκικά η κατάσταση είναι προφανώς πιο περίπλοκη. Από όλες τις πλευρές, με εξαίρεση περιθωριακές φωνές, υπάρχει κατανόηση της ανάγκης για ψύχραιμη αντιμετώπιση των τουρκικών προκλήσεων και για μια πολιτική αποκλιμάκωσης της έντασης.  Την ίδια στιγμή ωστόσο είμαστε στον αυτόματο πιλότο μιας λογικής που λέει οι Τούρκοι προκαλούν εμείς απαντάμε, με την άρρητη ή και ρητή παραδοχή, ότι απέναντί μας έχουμε ένα μεθοδικά οργανωμένο και εξελισσόμενο σχέδιο που έχει σαν τελική κατάληξη την πρόκληση κάποιου θερμού επεισοδίου. Σπεύσαμε να χαρακτηρίσουμε για παράδειγμα εμβολισμό την σύγκρουση των σκαφών στα Ίμια, την ώρα που ανώτατοι αξιωματικοί του Πολεμικού Ναυτικού (1) εξηγούσαν ότι ήταν μάλλον ατζαμοσύνη του Τούρκου Πλοιάρχου. Και φυσικά πέρασε σχεδόν ασχολίαστη η άμεση τουρκική αντίδραση ότι δεν έχουν την παραμικρή ευθύνη για την πτώση του ελληνικού μιράζ, αντίδραση που δεν ταιριάζει βέβαια με την θέληση για πρόκληση επεισοδίου. Όσο για την υποστολή της σημαίας στους «Ανθρωποφάγους», γνωρίζουμε ότι τέτοια επιχείρηση δεν έγινε για τον απλούστατο λόγο ότι η σημαία είναι ακόμα εκεί, σύμφωνα με την μαρτυρία του Δημάρχου αλλά και του δημοσιογραφικού συνεργείου που πήγε στο νησί την επόμενη ημέρα. Έτσι η ιστορία θυμίζει πολύ τα τροχιοδεικτικά εναντίον τουρκικού ελικοπτέρου που οι Τούρκοι υποστηρίζουν ότι δεν υπήρξαν ποτέ.

Όλες αυτές οι επισημάνσεις και τα ερωτήματα που προκύπτουν,  ενδεχομένως δεν έχουν κάποιο άμεσο και πρακτικό αποτέλεσμα στην εξωτερική πολιτική. Η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να απαντά σε κάθε τουρκική αμφισβήτηση χωρίς εκπτώσεις. Έχει σημασία ωστόσο να μην λειτουργούμε υπό το κράτος μιας εκ των προτέρων διαμορφωμένης αντίληψης που μπορεί να φαίνεται ελκυστική για τα τηλεοπτικά παράθυρα, δεν αντανακλά πάντα όμως την πραγματικότητα. Αν μη τι άλλο επειδή οι προφητείες είναι συχνά αυτοεκπληρούμενες. Αλλά και επειδή απέναντί μας δεν έχουμε την πολιτική κάποιας μυθικής «Υψηλής Πύλης», αλλά τις κινήσεις ενός αυταρχικού ηγέτη που συχνά τσαλαβουτά σε άγνωστα νερά.

  1. Για όποιον ενδιαφέρεται μια εξαιρετική ανάλυση του επεισοδίου στα Ίμια από τον Υποναύαρχο ε.α. Στέλιο Φενέκο στην ακόλουθη διεύθυνση:

https://www.militaire.gr/vinteo-emvolismou-sta-imia-axiomatiko-tou-pn-analyi-ti-vlepoume/