Το χαρτί της παραίτησης στην πολιτική πρέπει να συνδυάζεται πάντα με το σωστό timing. Μια παραίτηση, άλλωστε, δεν είναι μονοσήμαντη: μπορεί να συμβολίζει όντως την πρόθεση αποχώρησης, οπότε είναι άκρως σημαντικό ένας πολιτικός να ξέρει πότε έχει φτάσει η ώρα του για να φύγει, ή μπορεί να λειτουργήσει ως μέσο πίεσης για κάτι διαφορετικό, εφόσον όμως το χαρτί παιχτεί σωστά.

Ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών και πρόεδρος των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών, Χόρστ Ζεεχόφερ, έπαιξε το χαρτί του λάθος. Πολύ πιθανώς και από άποψη timing, αλλά, πολύ περισσότερο, επειδή την πιο κρίσιμη ώρα της παρτίδας, αυτός ανοιξε όλα τα χαρτιά του: παραιτήθηκε, έκατσε δυο ώρες σε ένα δωμάτιο με τους στενούς του συνεργάτες και ανώτατα κομματικά στελέχη, και στο τέλος πήρε πίσω την παραίτησή του. Το μήνυμα, όμως, που εστάλη στο Βερολίνο είναι ότι ο Ζεεχόφερ μπορεί να παραιτηθεί και η ανάκληση της παραίτησης είναι απλώς ένας ακόμα διαπραγματευτικός ελιγμός. 

Το πρόβλημα του Ζεεχόφερ είναι κατανοητό. Η Βαυαρία είναι σημείο πρώτης υποδοχής για πρόσφυγες και μετανάστες στη Γερμανία και στις τοπικές εκλογές του Οκτωβρίου, οι εταίροι της Μέρκελ, οι Χριστιανοκοινωνιστες, είναι πολύ πιθανό να χάσουν την απόλυτη πλειοψηφία που έχουν στο τοπικό Κοινοβούλιο λόγω της ραγδαίας ανόδου της ξενοφοβικής Εναλλακτικής για τη Γερμανία, η οποία, όπως τόνισαν χθες τα στελέχη της στο συνέδριο του κόμματος στο Άουγκσμπουργκ, θέλει να γίνει δεύτερο κόμμα στις βαυαρικές εκλογές. Θα πρόκειται για ένα σενάριο τρόμου για τον Χόρστ Ζεεχόφερ και τα ηγετικά στελέχη του κόμματός του, μιας και πλέον η Εναλλακτική για τη Γερμανία θα τους διεμβολίζει από τα δεξιά τους νώτα που είχαν πάντα καλυμμένα.

Αυτός είναι και ο λόγος που ο Γερμανός υπουργός Εσωτερικών επιμένει τόσο στο λεγόμενο «Masterplanγια τη Μετανάστευση», ένα κείμενο 63 σημείων που έχει καταθέσει προς συζήτηση. Η Άνγκελα Μέρκελ συζητά τα…62 σημεία, διαφωνεί, όμως, ριζικά με το ένα και εξαιρετικά βασικό, τη μονομερή επαναφορά των συνοριακών ελέγχων στα βαυαρικά σύνορα και τις άμεσες επαναπροωθήσεις αιτούντων ασύλου στις χώρες πρώτης υποδοχής, απ’ όπου προέρχονται. Είναι σαφές ότι ο Ζεεχοφερ γνωρίζει ότι το πρόβλημα δεν είναι αριθμητικά σημαντικό, γιατί ο βαλκανικός διάδρομος έχει κλείσει, συνεπώς τέτοιες αφίξεις στη Γερμανία σε ετήσια βάση είναι ελάχιστες χιλιάδες, κάτω από 5.000 άτομα σε κάθε περίπτωση. Χρειάζεται, όμως, μια σημαία για τον προεκλογικό του αγώνα. 

Η Μέρκελ, με την κλασική της στρατηγική, ζήτησε και πήρε χρόνο να διαπραγματευτεί μια ευρωπαϊκή λύση. Πράγματι, πήρε τη λύση της Συνόδου Κορυφής, αλλά και την τριμερή συμφωνία επανεισδοχής με την Ελλάδα και την Ισπανία που ικανοποίησε τα στελέχη του CDU, τα οποία συντάχθηκαν μαζί της. Γνωρίζουν, άλλωστε, καλά, όπως εξηγούσε κατά πληροφορίες του Reader.grστη χθεσινή συνεδρίαση του Προεδρείου του CDU, ο πρώην υπουργός Εσωτερικών Τόμας Ντε Μεζιέρ, ότι η μονομερής επαναφορά συνοριακών ελέγχων συνιστά παράβαση του ευρωπαϊκού δικαίου και θα εξασθένιζε αισθητά τη διαπραγματευτική θέση της Γερμανίας στην ευρωπαϊκή σκηνή.

Και εκείνη την ώρα που οι Βαυαροί θα μπορούσαν να δηλώσουν ικανοποιημένοι με τη συμφωνία της Μέρκελ, επικαλούμενοι και την τριμερή συμφωνία, αλλά και τις επικείμενες διμερείς συμφωνίες που θα συνάψει η Γερμανία με άλλα ευρωπαϊκά κράτη, ο Ζεεχόφερ τράβηξε το σκοινί. Τώρα, έχουμε φτάσει στο σημείο καμπής και το απόγευμα θα κριθεί το μέλλον της παραμονής του CSUστον κυβερνητικό συνασπισμό, όταν και θα υπάρξουν νέες συνομιλίες μεταξύ Χριστιανοδημοκρατών και Χριστιανκοινωνιστών.

Ο Ζεεχόφερ, όμως, έχει εξουδετερώσει μόνος του το χαρτί της παραίτησής του, παίρνοντάς το πίσω, ενώ η Άνγκελα Μέρκελ που εμφανιζόταν τις προηγούμενες εβδομάδες ως αδύναμη, δια της μεθόδου της υπομονής, κατάφερε να πάρει μια ευρωπαϊκή συμφωνία, με την οποία το κόμμα της συμφωνεί ομόφωνα, και να πασάρει στο CSUτον «μουντζούρη» της πόλωσης, δείχνοντας ουσιαστικά ότι ο καυγάς-τον οποίο πολλοί Γερμανοί αδυνατούν να κατανοήσουν στην ουσία του-είναι ουσιαστικά ένα πολιτικό καπρίτσιο των Χριστιανοκοινωνιστών, ενόψει των εκλογών τους τον Οκτώβριο. Είναι σαφές, βέβαια, ότι η θέση του κυβερνητικού συνασπισμού ευρύτερα είναι εξαιρετικά αδύναμη. Αλλά, τουλάχιστον, σε αυτή την τελική φάση που έχουν φτάσει τα πράγματα, η Μέρκελ γνωρίζει πως την ευθύνη για το ναυάγιο θα χρεωθεί ο Ζεεχόφερ, ο οποίος κατέστησε ένα ζήτημα, από το οποίο θα μπορούσε να αποκομίσει πολιτικά οφέλη, σε προσωπικό αδιέξοδο, με αποτέλεσμα να ισορροπεί πλέον μεταξύ μιας «αυτοκτονικής» εξόδου από τον κυβερνητικό συνασπισμό και μιας ταπεινωτικής συνθηκολόγησης, μετά από την όλη δραματοποίηση του ζητήματος. 

Το χειρότερο, όμως, για τον Ζεεχόφερ είναι το εξής: ότι παγιώνεται η εικόνα ότι κάνει ένα πρόβλημα του κόμματός του, το οποίο στην πραγματικότητα δεν υπάρχει κιόλας, πρόβλημα της χώρας του.