Η απόφαση για προσωρινή κράτηση του Γιάννου Παπαντωνίου στάθηκε το πρόσχημα για μια συγχορδία επιθέσεων στον Κώστα Σημίτη με κεντρικό μοτίβο «γιατί σιωπά». Λέω πρόσχημα για δύο λόγους. Ο πρώτος, επειδή βέβαια δεν θα μπορούσε να πει τίποτα για μια υπόθεση που δεν έχει εκδικαστεί, χωρίς να παραβιάσει, έστω και έμμεσα, το τεκμήριο της αθωότητας του κατηγορουμένου. Ο δεύτερος, επειδή αν υπάρχει ένας πρωθυπουργός που έχει μιλήσει για την θητεία του, αυτός σίγουρα είναι ο Κώστα Σημίτης. Με άρθρα, ομιλίες, συνεντεύξεις αλλά και βιβλία στα οποία έχει εκθέσει αναλυτικά τις απόψεις του κι έχει κάνει απολογισμό της πολιτικής του. Είτε διαφωνεί κανείς είτε όχι, αυτή είναι η πραγματικότητα. Άλλοι σιωπούν. Αλλά βέβαια αν κάποιος δεν θέλει να ακούσει, δεν υπάρχει τρόπος να τον πείσεις.

Γιατί λοιπόν αυτή η επίθεση που ορισμένοι το ονόμασαν και μίσος, για έναν πολιτικό ο οποίος στο κάτω κάτω της γραφής έχει αποχωρήσει από την ενεργό πολιτική εδώ και 14 χρόνια; Δόθηκαν πολλές ερμηνείες, ακόμα και ψυχαναλυτικές. Προσωπικά επιλέγω δύο καθαρά πολιτικές που βέβαια σχετίζονται και με το γεγονός ότι οι επιθέσεις, σε μεγάλο βαθμό, ήταν κατευθυνόμενες, κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ, αν και όχι μόνο.

Η πρώτη έχει να κάνει με την ερμηνεία της κρίσης. Αν αυτή οφείλεται σε ένα «πρωτοφανές δίκτυο πολιτικής διαπλοκής που λεηλάτησε συστηματικά το δημόσιο συμφέρον», τότε βέβαια ξέρουμε τους ενόχους, ξέρουμε και την λύση. Δεν φταίει η επταετία Καραμανλή, δεν φταίει το ξεχείλωμα των δημόσιων οικονομικών ούτε φυσικά το ότι η χώρα ζούσε πάνω από τις δυνατότητές της χάρη σε ένα πολιτικό σύστημα που είχε επιδοθεί σε μια πλειοδοσία παροχών χωρίς τις ανάλογες παραγωγικές δυνατότητες. Φταίει αυτό το «δίκτυο» που πρέπει να χτυπηθεί με κάθε τρόπο. Ακόμα και αν αυτό σημαίνει βιασμό των θεσμών. Ο σκοπός, όταν έχεις να αντιμετωπίσεις έναν τέτοιο εχθρό, αγιάζει τα μέσα. Σήμερα προέχει να πάρουμε την πραγματική  εξουσία ή κατά την ηπιότερη διατύπωση, να νικήσει το νέο και να αποκρουστεί η επίθεση του παλιού. Πρόκειται για την θεωρητική τεκμηρίωση του δόγματος Πολάκη.

Η δεύτερη εξήγηση έχει να κάνει με την πολιτική για το ξεπέρασμα της κρίσης. Αν και χωρίς αξιόλογη πολιτική εκπροσώπηση, το ρεύμα του εκσυγχρονισμού παραμένει ζωντανό στην κοινωνία. Ακόμα και σε πολλούς που ψήφισαν Τσίπρα, έχει γίνει πια κατανοητό ότι οι εύκολες λύσεις που ευαγγελίστηκαν οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ ήταν ψεύτικες. Στον πυρήνα του, το παράδειγμα μιας προοδευτικής πολιτικής που πήγε την χώρα μπροστά στην δεκαετία του 90, δεν έχει αμφισβητηθεί. Γι αυτό και η συστηματική προσπάθεια τόσο από την καραμανλική δεξιά όσο και από την αριστερά να απαξιωθεί ηθικά. Στο επίπεδο της πολιτικής δεν έχουν τίποτα άξιο λόγου να αντιπαραθέσουν.

Για να το πούμε διαφορετικά, στον χώρο της προοδευτικής παράταξης, η Νέμεσις του Πολάκη δεν είναι ο Άδωνης Γεωργιάδης αλλά η πολιτική που στην Ελλάδα συνδέθηκε κυρίως με τον Κώστα Σημίτη. Είναι η πολιτική της καινοτομίας και των μεταρρυθμίσεων, η πολιτική του σεβασμού των θεσμών και της ενίσχυσης των ανεξάρτητων αρχών, η πολιτική της συνεργασίας του δημόσιου με τον ιδιωτικό τομέα και βέβαια η πολιτική του ανοίγματος στην Ευρώπη. Μια πολιτική που γίνεται τόσο πιο επίκαιρη όσο χρεοκοπεί ο εθνολαϊκισμός των ΑΝΕΛ. Την επομένη των εκλογών, με τον ΣΥΡΙΖΑ στην αντιπολίτευση, ο διάλογος αυτός θα ανοίξει ξανά ακόμα και μέσα στην αριστερά. Όση αλλεργία και αν προκαλεί ο Σημίτης στους επίγονους του Κωνσταντόπουλου, ξέρουν ότι θα τον βρουν μπροστά τους. 

Αυτά όλα φυσικά δεν σημαίνουν ότι η επταετία Σημίτη είναι υπεράνω κριτικής, ότι δεν έγιναν λάθη ή ότι δεν υπήρχαν και πολιτικές ευθύνες για το πώς αντιμετωπίστηκαν τα φαινόμενα διαφθοράς. Η συζήτηση που γίνεται σήμερα ωστόσο, υπηρετεί άλλες σκοπιμότητες.