Το μεγαλύτερο λάθος στρατηγικής που μπορεί να κάνει μια χώρα είναι να βάζει στόχους πάνω από τις δυνάμεις της. Οι περισσότερες ελληνικές ήττες μπορούν να ερμηνευθούν με αυτόν τον τρόπο. Το 1897 όταν ο εθνικιστικός παροξυσμός οδήγησε σε πόλεμο με την Τουρκία χωρίς κανέναν σύμμαχο. Το 1922 όταν η μικρασιατική εκστρατεία συνεχίστηκε, παρά το ότι είχε επέλθει ρήξη με την Αντάντ. Φυσικά και το 1974 όταν η χούντα επιχείρησε την Ένωση με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου.  

Τα «σφάλματα» αυτά βέβαια δεν είναι καθόλου τυχαία. Είναι απόρροια της αδυναμίας μας να αντιμετωπίσουμε ορθολογικά τα ζητήματα εξωτερικής πολιτικής. Τα έχουμε αναγάγει σε «εθνικά» θέματα, πράγμα που αυτομάτως σημαίνει  ότι προκαλούν έντονη συναισθηματική φόρτιση και κάθε προσπάθεια συνεννόησης αντιμετωπίζεται ως ενδοτισμός, μειοδοσία ή ακόμα και εθνική προδοσία. Σε αντίθεση με την κλασική ρήση του Ελευθέριου Βενιζέλου, παύουμε να μιλάμε για εθνικά συμφέροντα και μιλάμε για εθνικά δίκαια. Αυτό με δύο λόγια είναι το θέμα ενός εξαιρετικά επίκαιρου βιβλίου του Αλέξη Ηρακλείδη με τίτλο «Εθνικά θέματα και Εθνοκεντρισμός». Όπου εθνοκεντρισμός είναι ο τρόπος να βλέπεις τα πράγματα ως εάν «η δική μας ομάδα είναι το κέντρο των πάντων και όλες οι άλλες ιεραρχούνται και αποτιμώνται με αναφορά σε αυτήν». Την ώρα μάλιστα που κάθε ομάδα «τρέφει τη δική της υπερηφάνεια και ματαιοδοξία, καυχιέται ότι είναι ανώτερη και βλέπει τους εκτός με περιφρόνηση».

Ο Ηρακλείδης στο βιβλίο του αναλύει όλα τα «εθνικά θέματα» της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής μέσα από την σκοπιά αυτή, επισημαίνοντας μια σειρά από πραγματικά γεγονότα που συνήθως αγνοούμε ή αρνούμαστε να τα δούμε. Όπως στο ζήτημα των αγνοουμένων που δικαιολογημένα προκαλεί τόση συγκίνηση σε Ελλάδα και Κύπρο. Πόσοι γνωρίζουμε ότι από τους 2000 περίπου αγνοούμενους οι 500 είναι τουρκοκύπριοι, αναλογικά δηλαδή περισσότεροι από τους ελληνοκύπριους; Ή πάλι πόσοι «θυμόμαστε» ότι από τους 389 νεκρούς από την δράση της ΕΟΚΑ, οι 218 ήταν ελληνοκύπριοι; Στοιχεία που ο Ηρακλείδης αξιοποιεί για να αμφισβητήσει μερικές από τις διαδεδομένες ελληνικές  βεβαιότητες. Στο κυπριακό για παράδειγμα ότι είναι αποκλειστικά θέμα τουρκικής εισβολής χωρίς να αναγνωρίζονται και οι ελληνικές ευθύνες ή ότι η μη επίτευξη λύσης οφείλεται μόνο στην τουρκική αδιαλλαξία την ώρα που Αναστασιάδης και Κοτζιάς τορπίλισαν την λύση επιμένοντας στην άμεση αποχώρηση όλων των στρατευμάτων.

Όμως το πραγματικά ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου είναι η προσπάθεια του Ηρακλείδη να δει τα προβλήματα και από την σκοπιά των άλλων, αναζητώντας εφικτές λύσεις που δεν θα είναι «μηδενικού αθροίσματος» αλλά θα αποκομίζουν οφέλη και οι δύο πλευρές. Όπως στο Αιγαίο όπου η Τουρκία εκλαμβάνει την επιμονή της Ελλάδας ότι μοναδικό θέμα είναι ο νομικός προσδιορισμός της υφαλοκρηπίδας ως προσπάθεια δημιουργίας τετελεσμένων, με την απειλή για επέκταση των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια, τις δηλώσεις για μονομερή ανακήρυξη της ΑΟΖ, τον «εποικισμό» βραχονησίδων ή την αναντιστοιχία χωρικών υδάτων με εναέριο χώρο. Φυσικά και στο μακεδονικό όπου η ελληνική θέση ότι «Μακεδονία είναι μία και είναι ελληνική» αποτέλεσε την βάση για μια εξαιρετικά επιθετική πολιτική, που είχε όμως τα αντίθετα αποτελέσματα: προκάλεσε έναν αντίστοιχα ακραίο εθνικισμό με αναφορές μάλιστα στον Μ. Αλέξανδρο αλλά και οδήγησε στην αναγνώριση του γειτονικού κράτους με το όνομα Μακεδονία από 120 χώρες. 

Στα ενδιαφέροντα στοιχεία του βιβλίου είναι ορισμένες αποσπασματικές προσπάθειες να ερμηνεύσει την θέση συγκεκριμένων πολιτικών προσώπων. Όταν για παράδειγμα ο Καραμανλής δηλώνει και αυτός ότι «Μακεδονία είναι μία...» συμπλέοντας  με τον Σαμαρά, το κάνει «μάλλον για συναισθηματικού λόγους ως γνήσιος (sic) Μακεδόνας». Όταν πάλι ο Μητσοτάκης υιοθετεί για ένα διάστημα μια εξωφρενική πολιτική για απόσχιση της Β. Ηπείρου από την Αλβανία, ο Ηρακλείδης απλώς επισημαίνει ότι ο «γνωστός για την μετριοπάθεια και τον ρεαλισμό» του πολιτικός πίστευε ότι θα υπάρξει αλλαγή συνόρων στα Βαλκάνια και θα ήταν «ανοησία» για την Ελλάδα να μην επωφεληθεί! Για τον Αντρέα πάλι και το εμπάργκο, παρότι αναγνωρίζει ότι ο πιο ρεαλιστικός  στόχος ήταν η απόσυρση του με ανταλλάγματα, η γνωστή ενδιάμεση συμφωνία δηλαδή που οδήγησε σε εξομάλυνση των σχέσεων, το μόνο που κάνει είναι να τον χαρακτηρίσει λαϊκιστή. Πρόκειται μάλλον για το τυφλό σημείο του συγγραφέα.

Πολλές από τις εκτιμήσεις που κάνει ο Ηρακλείδης ασφαλώς θα ξενίσουν τον αναγνώστη, συνηθισμένο σε έναν μονοδιάστατο πατριωτικό λόγο που δεν αναγνωρίζει αποχρώσεις και είναι ξένος προς κάθε έννοια αυτοκριτικής. Αλλά αυτό ακριβώς κάνει το βιβλίο πολύτιμο. Σε μια περίοδο μεγάλων προκλήσεων για την χώρα, έχουμε ανάγκη από νηφαλιότητα και καθαρή σκέψη.