Η αντιπολίτευση κατηγορεί την κυβέρνηση ότι «εργαλιοποίησε» τη συμφωνία των Πρεσπών. Τη χρησιμοποίησε ελπίζοντας να διασπάσει τη Νέα Δημοκρατία και να της δημιουργήσει πρόβλημα με την ακροδεξιά. Γι' αυτό και κινήθηκε εν κρυπτώ, δεν επιδίωξε μια ευρύτερη συναίνεση. Ταυτόχρονα όμως ήλπιζε ότι θα λειτουργούσε και σαν πολιορκητικός κριός για την κεντροαριστερά, καθώς τα στελέχη της θα δυσκολεύονταν να υιοθετήσουν την σκληρή γραμμή της ΝΔ. Ο κ. Τσίπρας το είπε στην τελευταία συνέντευξή του ανοικτά: η συμφωνία αποτελεί «καταλύτη για την συμπόρευση των προοδευτικών δυνάμεων». Ή μήπως όχι;

Για να πως την αλήθεια δεν το γνωρίζω όπως δεν γνωρίζω και αυτό τουλάχιστον δεν το πιστεύω, ότι η συμφωνία ήταν το αντάλλαγμα για την αναστολή των περικοπών στις συντάξεις. Υπεραναλύσεις των εντός των τειχών. Είναι εξ ίσου πιθανό ότι στον ΣΥΡΙΖΑ είχαν απλώς υποτιμήσει τις αντιδράσεις που θα προκληθούν και είχαν κινηθεί με την συνήθη αλαζονεία, χωρίς να επιδιώξουν την επίτευξη μια ευρύτερης συναίνεσης. Τώρα προσπαθούν να διαχειριστούν ένα πρόβλημα που τους κοστίζει ακριβά. Άστε που μεταξύ τους τα σενάρια που έχουν διατυπωθεί είναι αντιφατικά.

Τελικά τι ήθελε ο κ. Τσίπρας, να διασπάσει τη ΝΔ ή να την αναγκάσει να στραφεί προς τα δεξιά για να προσελκύσει την κεντροαριστερά; Σε κάθε περίπτωση τέτοιου είδους σχεδιασμοί δεν είναι τίποτα άλλο από όνειρα θερινής νυκτός. Ήταν εξ αρχής σαφές πως  ακόμα και ο Κυριάκος, που μέσα του είμαι βέβαιος ότι θέλει όσο τίποτα άλλο  να ολοκληρωθεί τώρα η κύρωση της συμφωνίας για να μη την φορτωθεί, δεν υπήρχε περίπτωση να διασπάσει το κόμμα του για ένα θέμα αρχής και μάλιστα στο παρά 5’ των εκλογών.

Όσο για την κεντροαριστερά κανείς δεν πήγε στον ΣΥΡΙΖΑ ο οποίος δεν ήταν εξ αρχής έτοιμος να πάει. Όπως παρατήρησε σωστά στέλεχος του ΚΙΝΑΛ, οι Πρέσπες αποτελούν πολύ αδύναμη συγκολλητική ουσία για να ξεπεραστεί το χάσμα που το χωρίζει από τον ΣΥΡΙΖΑ. Αν ουσιαστικά διαλύθηκε το Ποτάμι και δημιουργήθηκαν τριβές στο ΚΙΝΑΛ, δεν φταίει κανείς άλλος από τον ίδιο τους τον εαυτό. Αυτοί έσπευσαν να «εργαλειοποιήσουν» την συμφωνία.

Οι κ. Ψαριανός και Αμυράς το είπαν ανοιχτά. Χαρακτήρισαν την στάση του κόμματος τους άσκηση «ισαποστακισμού» και δήλωσαν ότι δεν πρόκειται να συμπλεύσουν με τους «τσιπροπολάκηδες». Αν αυτό δεν είναι «εργαλειοποίηση» τότε τι άλλο είναι; Έμεινε έτσι η εντύπωση ότι η συμφωνία ήταν η αφορμή για το τελευταίο βήμα στην πορεία τους προς τη ΝΔ.

Την ίδια «εργαλειακή» αντίληψη έδειξε και το ΚΙΝΑΛ ανακοινώνοντας την διαγραφή του κ. Θεοχαρόπουλου. Η στάση του, αναφέρεται στην ανακοίνωση, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή επειδή «εξ αντικειμένου υπηρετεί τον κ. Τσίπρα και τους σχεδιασμούς του». Έτσι και για το ΚΙΝΑΛ η ψήφος για ένα κορυφαίο εθνικό θέμα, όπως το ίδιο το χαρακτηρίζει, κρίνεται μόνο από το αν εξυπηρετεί τις κομματικές σκοπιμότητες του κ. Τσίπρα.

Η κ. Γεννηματά φυσικά δεν θα μπορούσε να κινηθεί και πολύ διαφορετικά καθώς γνωρίζει ότι επί της ουσίας, κορυφαία στελέχη του χώρου είναι υπέρ της συμφωνίας. Έτσι προχώρησε στην διαγραφή για ένα διαδικαστικό θέμα, όχι για την θέση καθαυτή. Άλλωστε μια ημέρα νωρίτερα ο πρώην πρωθυπουργός Γ. Παπανδρέου είχε ταχθεί ανοιχτά υπέρ της συμφωνίας. Την ίδια άποψη είχε ουσιαστικά εκφράσει προ μηνών και ο κ. Σημίτης υπογραμμίζοντας ότι «το εθνικό συμφέρον επιτάσσει λύση».

Όσο για τον κ. Βενιζέλο είχε τονίσει ότι ανεξάρτητα από το αν η συμφωνία θα μπορούσε να είναι καλύτερη, από την στιγμή που η FYROM θα εκπλήρωνε όλα τα προαπαιτούμενα, θα ήταν εξαιρετικά βαρύ για την χώρα να μην την κυρώσει. Σε ομιλία του μάλιστα είχε χαρακτηρίσει τα θέματα της γλώσσας και της ιθαγένειας ως «τεχνικά», ρίχνοντας φυσικά το βάρος στην αναθεώρηση του συντάγματος και στην ονομασία «erga omnes», προϋποθέσεις που εκπληρώθηκαν.

Με άλλα λόγια, ένα όχι ασήμαντο μέρος των στελεχών και των ψηφοφόρων του ΚΙΝΑΛ, ανάμεσα τους και η πλειοψηφία του Πολιτικού Συμβουλίου, βλέπουν θετικά την συμφωνία. Η ηγεσία του ωστόσο έδειξε μια φοβική αντίδραση, δεν έκανε την παραμικρή συζήτηση με τα μέλη και κατάφερε σε ένα μείζον ζήτημα να οχυρωθεί πίσω από «τεχνικά» θέματα τα οποία ανήγαγε, όπως και η ΝΔ, σε ζητήματα «ταυτότητας».

Οι εκλογικές σκοπιμότητες θα περιορίσουν τις αντιδράσεις στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Το ΚΙΝΑΛ ωστόσο πέτυχε όχι μόνο να μην δώσει το δικό του ξεχωριστό πολιτικό στίγμα αλλά και να αναγάγει ως μείζον κριτήριο το τι δεν «υπηρετεί τον κ. Τσίπρα και τους σχεδιασμούς του». Αν ήθελε να δώσει γραμμή στους φίλους του να ψηφίσουν ΝΔ, δεν θα μπορούσε να το κάνει καλύτερα.