Την προηγούμενη βδομάδα βρέθηκα στην Κέρκυρα. Έναν από τους πιο δημοφιλείς αλλά και «παραδοσιακούς» τουριστικούς προορισμούς. Σκοπός του ταξιδιού ήταν να δώ από κοντά –και να μάθω από πρώτο χέρι- τι συμβαίνει με το Kassiopi Project, μια τουριστική επένδυση που, αν και ξεκίνησε το 2012, ακόμα βρίσκεται στα χαρτιά, με τους επενδυτές να αναμένουν τις άδειες προκειμένου να προχωρήσουν.

Και το μήνυμα που πήρα είναι ότι σε αυτή τη χώρα μάλλον δεν θέλουμε επενδύσεις.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή: Η υπόθεση του Kassiopi Project ξεκινά από το 2012, όταν το ΤΑΙΠΕΔ «έβγαλε» τη συγκεκριμένη έκταση προς ιδιωτικοποίηση. Ήταν μια έκταση στην περιοχή Ερημίτη της Κασσιόπης, η οποία άνηκε κάποτε σε ιδιώτη, ο οποίος λόγω χρεών την έχασε και αυτή κατέληξε στο δημόσιο.
Δηλαδή, και για να το ξεκαθαρίσουμε, ήταν μια πρώην ιδιωτική έκταση, την οποία το ίδιο το ελληνικό δημόσιο επέλεξε να δώσει προς ιδιωτικοποίηση. Δεν εξετάζω αν την έδωσε ακριβά ή φθηνά, αυτό είναι άλλο θέμα συζήτησης. Στέκομαι στο ότι η πώληση ήταν επιλογή του ελληνικού δημοσίου, το οποίο προσδοκούσε χρήματα αλλά και να δώσει ένα σήμα στους επενδυτές ότι μπορούν να βρουν αξιόλογους λόγους για να τοποθετήσουν τα χρήματά τους στη χώρα μας. Επίσης δεν εξετάζω τα τεχνικά ζητήματα, το τι συνέβη δηλαδή με το «δικαίωμα επιφανείας» και αν το τίμημα ήταν σωστό. Σε τελική ανάλυση, είναι δουλειά του δημοσίου να προασπίσει τα συμφέροντά του, να εξασφαλίσει ότι πήρε τα σωστά χρήματα και ότι οι όροι της συμφωνίας είναι συμφέροντες για τη χώρα. 

Πάμε λοιπόν στο σήμερα: έξι χρόνια αργότερα, η έκταση παραμένει όπως ακριβώς την παρέδωσε το ΤΑΙΠΕΔ στον επενδυτή. Όχι γιατί ο τελευταίος έκανε πίσω ή επειδή «ξέμεινε» από λεφτά. Αλλά γιατί στο μεσοδιάστημα βρέθηκε 11 φορές αντιμέτωπος με προσφυγές στη δικαιοσύνη (τις οποίες και κέρδισε) και επειδή χρειάστηκε να συλλέξει περισσότερες από 100 άδειες, προκειμένου να προχωρήσει.

Και όλα αυτά, για μια έκταση, την  οποία το ίδιο το κράτος –επαναλαμβάνω- επέλεξε να δώσει προς αξιοποίηση.

Δεν εξετάζω αν και ποιοι βρίσκονται πίσω από τις προσφυγές. Επίσης, συμφωνώ 100% ότι αν ο επενδυτής δεν τήρησε τις δικές  του δεσμεύσεις, υπάρχει μείζον θέμα. Αν όμως, όπως διατείνεται, δεν άλλαξε ούτε λέξη από τους όρους της αρχικής συμφωνίας, τότε έχουμε πρόβλημα.
Οι άνθρωποι που έβαλαν τα χρήματά τους στην Κασσιόπη είναι ένα fund διεθνών προδιαγραφών. Και παράλληλα με την Ελλάδα, «τρέχουν» αντίστοιχα projects τόσο στην Κύπρο όσο και σε χώρες των Δυτικών Βαλκανίων. Και, όπως μου εξηγούσαν, η διαφορά στην αντιμετώπιση είναι χαώδης. Όχι επειδή οι άλλες χώρες είναι «ξέφραγο αμπέλι» και εμείς κάνουμε σωστά τη δουλειά μας, αλλά επειδή εκεί οι υπηρεσίες δεν καθυστερούν και δεν ζητάνε διαφορετική αντιμετώπιση για το ίδιο πρόβλημα.

Ας καταλάβουμε επιτέλους σε αυτή τη χώρα ότι αν θέλουμε ξένες επενδύσεις, θα πρέπει να τις διευκολύνουμε. Όχι δίνοντας «γη και ύδωρ» αλλά περιορίζοντας τη γραφειοκρατία, βάζοντας ξεκάθαρους κανόνες που δεν αλλάζουν στην πορεία και κάνοντας την Ελλάδα ελκυστικό προορισμό. 
Αλλιώς, ας αποφασίσουμε ότι τελικά δεν θέλουμε επενδύσεις και ας συμβιβαστούμε με τη (μετα)μνημονιακή μιζέρια μας.