Στις προσεχείς εκλογές οι διαφορές ανάμεσα σε «αριστερές» και «δεξιές» πολιτικές θα είναι άνευ ιδιαίτερης σημασίας. Για τον απλούστατο λόγο ότι η χώρα παραμένει δεμένη χειροπόδαρα. Το αν έχουμε τέταρτο μνημόνιο ή όχι είναι θέμα επικοινωνιακών εντυπώσεων. Με την πρόβλεψη για τα υπερβολικά πλεονάσματα η πραγματικότητα είναι, όπως είπε με απόλυτη σαφήνεια και ο επικεφαλής της αποστολής του ΔΝΤ στην Ελλάδα Πίτερ Ντόλμαν, ότι η επόμενη κυβέρνηση θα έχει ελάχιστα εργαλεία στη διάθεσή της για να προωθήσει την ανάπτυξη. Στην πράξη το εξής ένα: διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και την προσέλκυση επενδύσεων.

Αν είναι έτσι και πώς αλλιώς μπορεί να είναι, τότε πρώτη προτεραιότητα είναι να ξεφύγουμε από την πελατειακή λογική του ΣΥΡΙΖΑ. Έχει αποδείξει με κάθε τρόπο οτι παραμένει δέσμιος στις ιδεοληψίες του. Δεν έχει αλλά ούτε ενδιαφέρεται να έχει, συγκροτημένη αναπτυξιακή στρατηγική.

Αν όμως δεν είναι μέρος της λύσης, ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί πολύ εύκολα να ξαναγίνει το πρόβλημα. Το έκανε με επιτυχία πριν από το 2015,δεν θα διστάσει να το ξανακάνει προσδοκώντας μάλιστα τις μεθεπόμενες εκλογές με απλή αναλογική. Με αυτή την έννοια, ένα από τα διλήμματα που θα έχουν η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ μετά τις εκλογές είναι πώς θα αντιμετωπίσουν τον ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα είναι εύκολο. Υποκειμενικά, αν μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε αυτόν τον όρο, ο ΣΥΡΙΖΑ παραμένει αυτό που ήταν: λαϊκιστικός, διχαστικός, εκδικητικός, χωρίς σεβασμό στους θεσμούς της Δημοκρατίας. Αντικειμενικά ωστόσο και όσο διατηρεί τα σημερινά του ποσοστά, αντιπροσωπεύει ένα σημαντικό μέρος του κεντροαριστερού χώρου. Μας αρέσει να αναζητούμε κυβερνητικούς συνδυασμούς, επικαλούμενοι τα παραδείγματα της Πορτογαλίας ή της Ισπανίας ή ακόμα και της Κύπρου, ξεχνάμε ωστόσο ότι ο κρίσιμος παράγοντας ήταν ένα γενικότερο πλαίσιο συναίνεσης ή πάντως ανοχής που επέτρεψε σε αυτές τις χώρες να αντιμετωπίσουν επιτυχημένα την κρίση.

Η πρόσφατη συζητηση στη Βουλή έδειξε με τον πιο καθαρό τρόπο πόσο τοξικό είναι το κλίμα στις σχέσεις κυβέρνησης αντιπολίτευσης. Για πρώτη φορά μάλιστα και ο Κυριάκος Μητσοτάκης ακολούθησε τον πρωθυπουργό σε προσωπικές καθαρά επιθέσεις. Αν πάρουμε εξ άλλου τοις μετρητοίς δηλώσεις κορυφαίων στελεχών της ΝΔ, όπως του Άδωνη Γεωργιάδη «θα τους κλείσω φυλακή», εύκολα η εκλογική νίκη μπορεί να πάρει ρεβανσιστικό χαρακτήρα. Τέτοιες δηλώσεις, κατανοητές σε προσωπικό επίπεδο, πολιτικά απλώς αναπαράγουν το διχαστικό κλίμα που επιδιώκει να συντηρήσει ο ΣΥΡΙΖΑ. Το αντίθετο δηλαδή από αυτό που έχει ανάγκη η χώρα αλλά και από αυτό που θα χρειαστεί η επόμενη κυβέρνηση για να πετύχει ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης.

Η κανονικότητα  που όλοι αναγνωρίζουν ότι πρέπει να επανέλθει, δεν αφορά μόνο την οικονομία αλλά και την πολιτική. Σε ότι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ αυτό πρακτικά σημαίνει ότι θα πρέπει να αντιμετωπιστεί σαν ένα κανονικό κόμμα. Το ή εμείς ή αυτοί που επιφύλαξε για τους αντιπάλους του, πρέπει να τελειώσει με την ήττα του. Δεν είναι εύκολο, κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ ότι μπορεί για να αποδείξει το αντίθετο. Είναι βέβαιο όμως ότι θα υπάρξουν ισχυρές αντιστάσεις και από την άλλη πλευρά: είναι πολλοί όσοι πιστεύουν ότι πρέπει να παραμείνει στην απομόνωση, τουλάχιστον μέχρι να κάνει ειλικρινή αυτοκριτική και αναγνωρίσει τα λάθη του. Πάντοτε  όμως  στην ελληνική ιστορία υπήρχαν πολύ καλές δικαιολογίες για την διαιώνιση του διχασμού, με τα ίδια καταστροφικά αποτελέσματα. Κι αν στο παρελθόν το ζητούμενο ήταν η επιβίωση της Δημοκρατίας, η οικονομική επιβίωση σήμερα δεν είναι λιγότερο σημαντική. Άλλωστε το ένα είναι συνάρτηση του άλλου.