Η απόφαση της Tesla να ανοίξει ερευνητικό κέντρο στην Ελλάδα χαιρετίστηκε με μεγάλο ενθουσιασμό, ενώ για πολλούς αποτέλεσε έκπληξη. Και όμως, μια προσεκτική παρατήρηση των δεδομένων όχι μόνο εξηγεί τους λόγους αυτής της απόφασης αλλά δείχνει πως μάλλον θα πρέπει να ακολουθήσουν και άλλες τέτοιες επενδύσεις από ξένους ομίλους υψηλής τεχνολογίας. 

Εξάλλου, η Tesla δεν είναι μόνη της. Το δεύτερο μεγαλύτερο κέντρο ανάπτυξης λογισμικού για τεχνολογίες cloud παγκοσμίως της γνωστής εταιρείας πληροφορικής Oracle δεν βρίσκεται στο Πάλο Άλτο της Καλιφόρνια, αλλά στην Αθήνα. Πέρσι η Samsung, μια από τις μεγαλύτερες εταιρείες ηλεκτρονικών του κόσμου που κατασκευάζει από κινητά τηλέφωνα έως βιομηχανικά ρομπότ εξαγόρασε την Innoetics, μια πραγματικά μικροσκοπική startup. Μάλιστα σύμφωνα με πληροφορίες η κορεάτικη εταιρεία έδωσε για την ελληνική (η οποία σημειωτέον δεν διαθέτει προϊόν που να πουλάει, δεν έχει τζίρο και άρα δεν έχει κέρδη) ποσό που προσεγγίζει αυτό που έδωσαν οι Ιταλοί για την ΤΡΑΙΝΟΣΕ.

Και όλα αυτά μας δίνουν τρία πολύ χρήσιμα μαθήματα: 

Πρώτον, οι ξένοι όμιλοι εμφανίζονται πρόθυμοι να επενδύσουν στο ανθρώπινο δυναμικό της Ελλάδας. Και μιλάμε για ανθρώπινο δυναμικό υψηλών δεξιοτήτων σε τεχνολογίες αιχμής. Αυτό σημαίνει πως αυτό το δυναμικό υπάρχει, είναι διακριτό και σίγουρα πρέπει να μεγαλώσει. Η χώρα μας διαθέτει έξυπνους μηχανικούς και μάλιστα πολύ... φθηνούς σε σχέση με τους συναδέλφους τους στα μεγάλα τεχνολογικά κέντρα του κόσμου. Έχοντας όλα αυτά υπόψη, είναι ξεκάθαρο πως στόχος μας δεν θα πρέπει να είναι να ανταγωνιστούμε την Βουλγαρία σε όρους μισθών, όπως ξεκάθαρα επιχειρείται τα τελευταία χρόνια με τις τεράστιες περικοπές που έχουν γίνει. Αντίθετα, στόχος μας είναι να ανταγωνιστούμε άλλες χώρες με προσωπικό υψηλών δεξιοτήτων. 

Δεύτερον, τα Πανεπιστήμια μας δεν είναι σε τόσο τραγική κατάσταση. Η συζήτηση για τα πανεπιστήμια της χώρας μας συνήθως εξαντλείται στα θέματα καθαριότητας, παρατάξεων και ασύλου. Συνήθως το όποιο σχόλιο για την ανώτατη εκπαίδευση συνοδεύεται με φράσεις του στυλ: «Αυτά μόνο στην Ελλάδα γίνονται» ή «είμαστε Μπανανία». Και όμως, το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας που αναφέραμε εκπαιδεύτηκε σε ελληνικά πανεπιστήμια και απασχολήθηκε σε ελληνικά ερευνητικά κέντρα. Ιδρύματα όπως το ΕΜΠ, το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας στην Κρήτη και άλλα κάνουν εξαιρετική δουλειά. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει πως αυτά τα Ιδρύματα δεν πρέπει να υποστηριχτούν παραπάνω, να μεγαλώσουν και να επεκταθούν. Και βέβαια για να γίνουν όλα αυτά θα πρέπει να έχουν μεγαλύτερη χρηματοδότηση. 

Τρίτον, χρειάζεται σχεδιασμός. Μέχρι στιγμή οι όποιες κινήσεις έχουν γίνει είναι αποσπασματικές. Αν υπάρξει μια πολιτική που να στοχεύει στην δημιουργία κέντρων έρευνας και ανάπτυξης τεχνολογίας τότε και μόνο τότε θα μπορέσει να επωφεληθεί ουσιαστικά η ελληνική οικονομία. Είναι δεδομένο πως, δεν μπορούμε όλοι να γίνουμε μηχανικοί και επιστήμονες. Στην πραγματικότητα αυτοί είναι ελάχιστοι σε σχέση με τις στρατιές ανέργων της χώρας μας. Ωστόσο, η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος έρευνας και καινοτομίας θα μπορέσει να δημιουργήσει χιλιάδες θέσεις εργασίας σε όλους τους υποστηρικτικούς τομείς: Από θέσεις γραφείου, στον κλάδο του τουρισμού/επισιτισμού, κατασκευαστικές εργασίες, κλπ κλπ. 

Το SOS αυτών των παραπάνω μαθημάτων θα μπορούσαμε να πούμε πως είναι το εξής: Το νέο παραγωγικό μοντέλο της χώρας που αναζητείται αυτή την περίοδο θα πρέπει να βασίζεται στην έρευνα και την καινοτομία και όχι στους χαμηλούς μισθούς. Το δυναμικό ξεκάθαρα υπάρχει.