Θεωρείται ως η μέρα της καταναλωτικής φρενίτιδας, της κοσμοσυρροής και του χάους στα εμπορικά καταστήματα. Είναι η μέρα που «τρελαίνει» τους Αμερικανούς και πλέον και τους Έλληνες, οι οποίοι εξορμούν μαζικά στα καταστήματα για να κάνουν τα ψώνια τους, επωφελούμενοι των μεγάλων εκπτώσεων και προσφορών λίγο πριν την περίοδο των Χριστουγέννων. Ο λόγος για τη «Μαύρη Παρασκευή», ευρύτερη γνωστή ως «Βlack Friday», που ξεκίνησε από τις ΗΠΑ και στη συνέχεια επεκτάθηκε σε αμέτρητες αγορές της Ευρώπης. 

Επί της ουσίας πρόκειται για την πρώτη Παρασκευή μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών στις ΗΠΑ (Thanksgiving Day)

Πώς γεννήθηκε ο όρος «Black Friday»

Οι ερμηνείες που έχουν προταθεί για την προέλευση της ονομασίας είναι πολλές.

Μια εξ αυτών, η οποία δημοσιεύτηκε στο φύλο της 28ης Νοεμβρίου 1981 της «Philadelphia Inquirer», ισχυρίζεται ότι την μακρινή δεκαετία του1950, όταν οι εγγραφές στα λογιστικά βιβλία ήταν χειρόγραφες, οι λογιστές σημείωναν με κόκκινο μελάνι το παθητικό και με μαύρο τα κέρδη, τα οποία για τα εμπορικά μαγαζιά της εποχής εκείνης ξεκινούσαν από τη μέρα μετά των ευχαριστιών και συνεχίζονταν μέχρι και τα Χριστούγεννα. 

Το παραπάνω ενισχύει το γεγονός ότι παραδοσιακά οι Αμερικανοί χρησιμοποιούν τον όρο «κόκκινο» όταν μια επιχείρηση έχει έλλειμμα και τον όρο «στο μαύρο» όταν έχει πλεόνασμα. Την Παρασκευή λοιπόν, μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών οι πωλήσεις της ημέρας ήταν πάντα πλεονασματικές, καθιερώνοντάς την ως Μαύρη Παρασκευή.

Σύμφωνα με άλλη εκδοχή ο όρος «Μαύρη Παρασκευή» χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τροχονόμους στη Φιλαδέλφεια των ΗΠΑ. Σύμφωνα με τον γλωσσολόγο Ben Zimmer, χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά πριν το 1961 από αστυνομικούς της Φιλαδέλφεια, οι οποίοι επιχείρησαν να περιγράψουν την πρωτοφανή κοσμοσυρροή των καταναλωτών στα καταστήματα και την αγοραστική μανία που σημειώθηκε. Οι αστυνομικοί με τη φράση αυτή θέλησαν να περιγράψουν το χάος που επικράτησε στο κέντρο της πόλης την ημέρα που οι πολίτες ξεχύθηκαν λόγω των εκπτώσεων.

Μία νεότερη εκδοχή, η οποία κυκλοφόρησε το 2013, υποστηρίζει ότι ο όρος αναφέρεται στις αγοροπωλησίες δούλων που γίνονταν παραδοσιακά την ημέρα μετά των ευχαριστιών όταν στην Αμερική ίσχυε ο θεσμός της δουλείας, πριν από τον Εμφύλιο Πόλεμο. Η άποψη αυτή όμως, καταρρίφθηκε σχεδόν αμέσως από τους ιστορικούς.

Όσο για την πρώτη και εν μέρει παράδοξη εκδοχή που διατυπώθηκε για την προέλευση της ονομασίας Μαύρη Παρασκευή εμφανίστηκε στο περιοδικό «Factory Management and Maintenance» το Νοέμβριο του 1951. Αναφερόταν στην πρακτική των υπαλλήλων να κάνουν κοπάνα από την εργασία τους την Παρασκευή μετά την Ημέρα των Ευχαριστιών, προφασιζόμενοι ασθένεια, προκειμένου να απολαύσουν την τετραήμερη αργία.

Η «Βlack Friday» σε αριθμούς και οι… θάνατοι

Όπως και να έχει ο όρος άρχισε να χρησιμοποιείται ευρέως και έξω από τα στενά όρια της Φιλαδέλφεια περίπου το 1975 ενώ ο εκτπωτικός θεσμός τα τελευταία χρόνια έχει εξαπλωθεί σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων σε Αγγλία, Γερμανία, Γαλλία, Δανία, Ιταλία, Ισπανία, Αυστρία, Φινλανδία, Πολωνία.

Πρόκειται για μία μέρα πραγματικό χρυσορυχείο για τις μεγάλες πολυεθνικές στις ΗΠΑ, καθώς τα έσοδα που εισρέουν στα ταμεία τους καταρρίπτουν το ένα μετά το άλλο όλα τα ρεκόρ.

Σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, το 2014, κατά τη διάρκεια του σαββατοκύριακου της «Βlack Friday» ξοδεύθηκαν περί τα 50,9 δισ. δολάρια από τους Αμερικανούς. Τα έξοδα κατέγραψαν πτώση 11% σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο έτος – 2013 – και ήταν η πρώτη φορά από την κρίση του 2008 που τα έξοδα πήραν την κατιούσα.

Ωστόσο η «Βlack Friday» έχει και τη «μαύρη» όψη της. Η αγοραστική «φρενίτιδα» που τη συνοδεύει εγείρει σοβαρό θέμα ασφάλειας, γεγονός που έχει αναγκάσει αρκετές πολυεθνικές να μην τιμούν το «έθιμο» της «Μαύρης Παρασκευής», προσφέροντας, ως αντάλλαγμα, προσφορές καθ’ όλη τη διάρκεια των εορτών των Χριστουγέννων.

Από το 2006 μέχρι και σήμερα έχουν καταγραφεί 10 θάνατοι και 111 τραυματισμοί, κατά τη διάρκεια των εορτασμών της «Βlack Friday».