Ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μετέτρεψε τις δημοτικές εκλογές της Τουρκίας σε ένα δημοψήφισμα για την ηγεσία του. Τα αποτελέσματα, που έδειξαν ότι το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) υποχώρησε σε εθνικό επίπεδο κι έχασε τον έλεγχο σε οκτώ από τις 12 μεγάλες πόλεις της Τουρκίας, μέσα σε αυτές και η Κωνσταντινούπολη, πρέπει και θεωρείται μια μεγάλη προσωπική του ήττα.

Βήμα - βήμα για περισσότερα από 15χρόνια, ο Ερντογάν προσπάθησε να εξασφαλίσει ότι κανείς δεν θα μπορούσε να τον αμφισβητήσει. Περιθωριοποίησε τους αντιπάλους του. Κατάφερε να ελέγχει απόλυτα τον στρατό, την αστυνομία και τα δικαστήρια. Έκανε το ίδιο με τον Τύπο. Ενίσχυσε τις εξουσίες του στο Σύνταγμα. Και υποσχέθηκε στους Τούρκους ένα λαμπρό οικονομικό μέλλον.

 

Ήταν λοιπόν μια τεράστια έκπληξη όταν το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών του Σαββατοκύριακου έδειξε ότι το κόμμα του όχι μόνο είχε χάσει τον έλεγχο της Άγκυρας, του πολιτικού κέντρου της χώρας, αλλά και της Κωνσταντινούπολης, του εμπορικού κέντρου της χώρας, της ιδιαίτερης πατρίδας του και του μακροχρόνιου πυρήνα υποστήριξης του.

Ο Ερντογάν ξεκίνησε την πολιτική του καριέρα από την Κωνσταντινούπολη.  Διετέλεσε ο ίδιος δήμαρχος της πόλης που αποτελούσε πάντα το «κάστρο» της πολιτικής του καριέρας. Το πέρασμα της στα χέρια των πολιτικών του αντιπάλων αποτελεί ένα «ράπισμα» για τον Τούρκο πρόεδρο, ο οποίος έχει... ξεχάσει να χάνει.

Πως θα αντιδράσει

Το ερώτημα τώρα είναι πώς θα αντιδράσει ο Ερντογάν; Ο άνθρωπος που κυριαρχεί στην τουρκική πολιτική από το 2003 δεν δέχεται «ιπποτικά» την ήττα κι αυτό το έχει αποδείξει αρκετές φορές. Δεν μπορεί να δεχτεί καμία κριτική - και παρά τα όσα υποστήριξε, η μεγάλη μετακίνησή του εκλογικού σώματος κατά του ΑΚΡ, με 84,5% συμμετοχή σε ολόκληρη τη χώρα, ισοδυναμεί με μια άνευ προηγουμένου προσωπική «επίπληξη».

Ο Ερντογάν χρεώνεται σαφώς την ευθύνη. Όπως συνηθίζει, μόνος του τελικά «σκηνοθέτησε» την προεκλογική εκστρατεία του ΑΚΡ. Εγκαταλείποντας κάθε προσποίηση αμεροληψίας, εκμεταλλεύτηκε τη θέση του ως πρόεδρος και πραγματοποίησε σχεδόν καθημερινές συγκεντρώσεις για δύο μήνες πριν από την ψηφοφορία. Είπε ότι η νίκη του ΑΚΡ ήταν «ζήτημα εθνικής επιβίωσης» και ισχυρίστηκε ότι οι αντίπαλοί του είχαν δεσμούς με τρομοκράτες.

Αν και γενικά δεν δείχνει να έχει πρόβλημα να κατεβάσει το επίπεδο αρκετά χαμηλά, φάνηκε να ξεπερνάει κάθε προηγούμενο, προβάλλοντας βίντεο από τους φόνους του τζαμιού στη Νέα Ζηλανδία τον περασμένο μήνα στις προεκλογικές του συγκεντρώσεις, λέγοντας ότι οι επιθέσεις αποτελούσαν μέρος μιας οργανωμένης δυτικής εκστρατείας ενάντια στους μουσουλμάνους εν γένει και ειδικότερα τους Τούρκους.

Η αντιπολίτευση μάλιστα δήλωνε ξεκάθαρα πως φοβόταν «μαγείρεμα» των ψήφων, ειδικά στην Κωνσταντινούπολη υποστηρίζοντας πως αυτό συνέβη και στο δημοψήφισμα. Οι προσπάθειες άλλωστε του CHP να καταγράψουν και οι ίδιοι τις ψήφους το 2018 απέτυχε όταν το σύστημα υπολογιστών του κόμματος κατέρρευσε στη μέση της καταγραφής. Ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης αρκέστηκε απλά να παραδεστεί αργότερα την ήττα του.

Αλλά αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Όταν ο υποψήφιος του κ. Ερντογάν, Μπινάλι Γιλντιρίμ πρώην πρωθυπουργός, αυτοανακηρύχθηκε νικητής στην Κωνσταντινούπολη, ο κ. Ιμάνογλου αμέσως βγήκε δημόσια, ανακοινώνοντας ότι οδηγούσε στον αγώνα και είχε τα δεδομένα για να το αποδείξει. Έκανε 10 δημόσιες δηλώσεις κατά τη διάρκεια της νύχτας.

Η άμεση αντίδραση

Το αποτέλεσμα των δημοτικών εκλογών είναι το μεγαλύτερο πολιτικό σοκ της Τουρκίας μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016. Η άμεση αντίδραση του Ερντογάν τότε ήταν να παραγγείλει μαζικές συλλήψεις και να κατηγορήσει τους ξένους, συμπεριλαμβανομένου του αμερικανικού στρατού πως παρενέβησαν. Συνέχισε να χρησιμοποιεί το πραξικόπημα ως δικαιολογία για την έναρξη αδιάκριτων εθνικών καθαρισμών, προκειμένου να ενισχύσει την θέση του στην εξουσία.

Πρέπει να αναμένεται μια παρόμοια αντίδραση, αν και πιθανότατα δεν θα είναι στην ίδια κλίμακα. Όπως και στο παρελθόν, το AKP θα ξεκινήσει νομικές διαδικασίες κατά της νίκης των αντιπάλων με τη βοήθεια ενός εύθραυστου δικαστικού σώματος, επιδιώκοντας να τους αποβάλει πριν μπορέσουν να αναλάβουν καθήκοντα ή να αμφισβητήσει την ορθότητα των τοπικών εκλογικών διαδικασιών.

Ο Ερντογάν είναι ιδιαίτερα αποφασισμένος επίσης να διακόψει τις εορταστικές εκδηλώσεις στις κουρδικές περιοχές της νοτιοανατολικής Τουρκίας, όπου το υπέρ-κουρδικό λαϊκό δημοκρατικό κόμμα (HDP) κέρδισε. Υποστηρίζει ότι το HDP βρίσκεται σε συνωμοσία με το παράνομο Κόμμα των Εργατών του Κουρδιστάν. Το HDP το αρνείται κατηγορηματικά, αλλά έχουν αναφερθεί ήδη αρκετές συλλήψεις των ακτιβιστών του HDP .

Η τύχη του πιο χαρισματικού ηγέτη του HDP, του Σελαχατίν Ντεμιρτάς, είναι διδακτική. «Στρίμωξε» στον Ερντογάν στις εθνικές εκλογές το 2014 και συνεπώς χαρακτηρίστηκε ως απειλή. Ο Ντεμιρτάς κρατείται στη φυλακή από το 2016, κατηγορούμενος για τη διάδοση «τρομοκρατικής προπαγάνδας» μεταξύ άλλων. Το αίτημα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίουανθρωπίνων δικαιωμάτων για την απελευθέρωσή του έχει αγνοηθεί.

Έχοντας κερδίσει εκτεταμένες εκτελεστικές αρμοδιότητες στο δημοψήφισμα που διεξήχθη το προηγούμενο έτος, η κυριαρχία του σε όλα τα Τουρκικά θεσμικά όργανα, συμπεριλαμβανομένης της κυβέρνησης, του στρατού και των δικαστηρίων, είναι ήδη τεράστια. Η ικανότητα των ανεξάρτητων δημοσιογράφων να ελέγχουν και να ερευνούν έχει καταρρεύσει. Αν μη τι άλλο, ο Ερντογάν θα σφίξει περισσότερο τη λαβή του στην εξουσία.

Η Ελλάδα

Οι αναλυτές και οι ειδικοί στις ελληνο-τουρκικές σχέσεις δείχνουν πάντα ανήσυχοι όταν ο Ερντογάν παρουσιάζεται «στριμωγμένος». Μπορεί η οικονομία να ήταν ο βασικός λόγος για τον οποίο έχασε μέρος της δύναμης του, όμως είναι δεδομένο πως θα προσπαθήσει να δημιουργήσει έναν αντιπερισπασμό. Γνωρίζει πως ένας τρόπος για να αντιδράσει είναι να μετακινήσει την προσοχή του κόσμου σε ένα άλλο μέτωπο και να προσπαθήσει παράλληλα να ενώσει τον λαό πίσω του, εναντίον ενός κοινού εχθρού.

Η Ελλάδα είναι ένας «υποψήφιος» εχθρός, τα εθνικά θέματα και ειδικά η σχέση με την χώρα μας αποτελεί πάντα ένα «πρόσφορο πεδίο» για συσπείρωση και δεν αποκλείεται να συνεχίσει να ασκεί πιέσεις, όπως άλλωστε έκανε και πριν από τις εκλογές και μάλιστα σε ακόμα πιο έντονο ρυθμό.

Τα αποτελέσματα των εκλογών δεν σημαίνουν ότι ο Ερντογάν, του οποίου η θητεία ως πρόεδρος διαρκεί άλλα τέσσερα χρόνια, θα αλλάξει τη συμπεριφορά του, που περιλαμβάνει την προώθηση των θρησκευτικών αξιών του Ισλάμ έναντι του κοσμικού χαρακτήρα, στενότερους δεσμούς με τη Ρωσία και ψυχρότερες σχέσεις με το ΝΑΤΟ. Αλλά οι εκλογές έδειξαν ότι έχει αδυναμίες.

Το μέλλον του Ερντογάν

Η απόδοση του κύριου κόμματος της αντιπολίτευσης, του Δημοκρατικού Λαϊκού Κόμματος (CHP), στις δημοτικές εκλογές είναι δεδομένο πως ήταν εντυπωσιακή. Ο Ερντογάν έχασε, παρότι ελέγχει όλα τα κέντρα εξουσίας στην Τουρκία. Ο παλαίμαχος ηγέτης του Κόμματος, Κεμάλ Κιλιτσάρογλου, επιβίωσε από τα ατελείωτα «χτυπήματα» του AKP, την γελοιοποίηση και τον εκφοβισμό. Έχει τώρα έναν τρόπο εκδίκησης. Οι επιτυχίες της CHP θα δώσουν ώθηση σε όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης και θα ανανεώσουν την ελπίδα ότι η δημοκρατία στην Τουρκία, η οποία σχεδόν έπαψε να υπάρχει πέρυσι, μπορεί να δυναμώσει και πάλι.

Είναι αυτή η αρχή του τέλους για τον Ερντογάν; Είναι πολύ νωρίς για να το πούμε. Δεν έχει να αντιμετωπίσει εθνικές εκλογές μέχρι το 2023. Έχει αποδείξει ξανά και ξανά την ισχύ του και η βασική υποστήριξη του, κυρίως αγροτική, παραμένει ισχυρή στο 44% περίπου. Αλλά υπάρχει ένας τομέας που βρίσκεται πέρα ​​από τον έλεγχό του: η κατάσταση της οικονομίας - ένας καθοριστικός παράγοντας, όπως αποδείχτηκε, στις Κυριακάτικες εκλογές.

Οι ανεπιτυχείς προσπάθειες του Ερντογάν να εμποδιστούν οι αυξήσεις των επιτοκίων, να ενισχυθούν οι δαπάνες υποδομών υψηλού κύρους και να αγνοηθούν τα αυξανόμενα επίπεδα χρέους συνέβαλαν στην ώθηση της Τουρκίας σε ύφεση, κατρακυλώντας το νόμισμα, αυξάνοντας τον πληθωρισμό και τα προβλήματα ανεργίας. Οι εξαντλητικές τιμές των τροφίμων και οι ελλείψεις είναι ικανές να προκαλέσουν προβλήματα σε οποιονδήποτε πολιτικό, οπουδήποτε - ακόμα και σε έναν μεγάλο Τούρκο σουλτάνο.

Διαβάστε επίσης:

Αλλάζουν οι ώρες κοινής ησυχίας

Το συγκινητικό αντίο του Δημήτρη Οικονόμου στον Βασίλη Λυριτζή

Ο Μικ Σουμάχερ στα χνάρια του πατέρα του

Η selfie Τσίπρα – Ζάεφ που κάνει το γύρο των social media