Την είδηση ανακοίνωσε την Πέμπτη το υπουργείο Εξωτερικών της Τυνησίας, το οποίο δεν έδωσε περισσότερες διευκρινίσεις.

Λίγο νωρίτερα, ο αυτοαποκαλούμενος δικηγόρος του Μπεν Άλι, ο Μουνίρ Μπεν Σάλα είχε ανακοινώσει τον θάνατό του, επικαλούμενος πληροφορίες από την οικογένεια και τον γιατρό του.

Αφού παρέμεινε στην εξουσία για πάνω από 20 χρόνια, κυβερνώντας με σιδηρά πυγμή την Τυνησία, ο Μπεν Άλι ανατράπηκε στις αρχές του 2011, όταν ξέσπασε η λαϊκή εξέγερση που αποτέλεσε το λίκνο για την Αραβική Άνοιξη στη Βόρεια Αφρική και σε πολλές χώρες του αραβικού κόσμου, οδηγώντας στην ανατροπή του Αιγύπτιου προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ και του Λίβυου ηγέτη Μουάμαρ Καντάφι.

Στις 15 Ιανουάριου 2011 διέφυγε στην Τζέντα της Σαουδικής Αραβίας, όπου ζούσε έκτοτε με την οικογένειά του.

Την περασμένη εβδομάδα ο Μπεν Σάλα είχε δηλώσει ότι η κατάσταση του πρώην προέδρου ήταν «κρίσιμη» αλλά «σταθερή», διαψεύδοντας τις φήμες για τον θάνατό του.

Τότε, ο πρωθυπουργός της Τυνησίας Γιούσεφ Σάχεντ διαβεβαίωσε ότι ήταν έτοιμος να δώσει το πράσινο φως για να επιστρέψει στην πατρίδα του ο Μπεν Άλι για ανθρωπιστικούς λόγους. «Αν θέλει να επιστρέψει για να ενταφιαστεί εδώ, δίνω την έγκρισή μου], είχε δηλώσει σε συνέντευξη που παραχώρησε στο κανάλι Hannibal TV.

Είναι άγνωστο μέχρι στιγμής πού θα γίνει η κηδεία του.

Το 2018 ο Μπεν Άλι δικάστηκε ερήμην στην Τυνησία για ανθρωποκτονία, κατάχρηση εξουσίας και υπεξαίρεση και καταδικάστηκε σε πολλαπλά ισοβία.

Ο Μπεν Άλι ανήλθε στην εξουσία στις 7 Νοεμβρίου 1987, με «ιατρικό πραξικόπημα» εναντίον του πατέρα της τυνησιακής ανεξαρτησίας, του Χαμπίμπ Μπουργκίμπα, που είχε αυτοανακηρυχθεί ισόβιος πρόεδρος. [Έπρεπε να αποκαταστήσω το κράτος δικαίου (...) Ο πρόεδρος ήταν άρρωστος και ο περίγυρός του ολέθριος», είχε αναφέρει σε συνέντευξή του στη γαλλική τηλεόραση το 1988.

Ο Μπεν Άλι (που προηγουμένως είχε υπάρξει στρατηγός, επικεφαλής της εθνικής ασφάλειας, υπουργός Εσωτερικών και την εποχή του πραξικοπήματος ήταν πρωθυπουργός), επέβαλε πολύ γρήγορα το δικό του καταπιεστικό καθεστώς. Τα επόμενα χρόνια, ο δικός του περίγυρος κατηγορήθηκε για διαφθορά και νεποτισμό.

Στηρίχθηκε στον μηχανισμό της αστυνομίας για να καταπνίξει κάθε αντιπολίτευση, κυρίως εκ μέρους των ισλαμιστών, και για να φιμώσει τον Τύπο και τα συνδικάτα. Ο ίδιος υπερηφανευόταν ότι βελτίωσε το βιοτικό επίπεδο των συμπατριωτών του και μετέτρεψε την Τυνησία «σε μια σύγχρονη χώρα, παράδειγμα για πολλά σύγχρονα φιλικά έθνη».

Παράλληλα, έχαιρε της υποστήριξης μεγάλου μέρους της διεθνούς κοινότητας, καθώς θεωρείτο «ανάχωμα» απέναντι στους ισλαμιστές και επειδή συνέχισε την πολιτική χειραφέτησης των γυναικών που είχε ξεκινήσει ο Μπουργκίμπα. Στις φωνές εκείνες που κατήγγειλαν την καταπάτηση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα, οι υποστηρικτές του αντέτειναν το «θαύμα» που είχε πετύχει. Το 2003 για παράδειγμα, ο τότε πρόεδρος της Γαλλάις Ζαν Σιράκ, συνόψισε αυτήν την αντίληψη ως εξής: «Το πρώτο από τα ανθρώπινα δικαιώματα είναι να έχεις να φας, να έχεις ιατρική περίθαλψη, εκπαίδευση και κατοικία. Από αυτήν την άποψη, πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η Τυνησία είναι πιο προηγμένη από άλλες χώρες».

Όμως αυτή η ειδυλλιακή εικόνα παρουσίαζε ρωγμές. Η ανεργία, η φτώχεια, η διαφθορά και η περιθωριοποίηση ολόκληρων περιοχών κορυφώθηκαν στις 17 Δεκεμβρίου 2010: την ημέρα εκείνη, ένας νεαρός πτυχιούχος, πλανόδιος πωλητής φρούτων και λαχανικών, ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι, αυτοπυρπολήθηκε σε ένδειξη διαμαρτυρίας. Ήταν η σπίθα που πυροδότησε την εξέγερση.

Μετά από έναν μήνα διαδηλώσεων και περίπου 300 νεκρούς, το καθεστώς κατέρρευσε.

Ο Μπεν Άλι, η σύζυγός του και ένας από τους γιους του διέφυγαν στη Σαουδική Αραβία.

Από τη ζωή του στην εξορία δεν διέρρευσε στον Τύπο σχεδόν τίποτα. Μόνο μερικές φωτογραφίες που είχε αναρτήσει στο Instagram η κόρη του, Νεσρίν.