Ο κ. Αναστασιάδης επεσήμανε καταρχάς ότι η Κύπρος βρίσκεται στην πρώτη γραμμή των πρωτοβουλιών, που στοχεύουν στη δημιουργία συνθηκών ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή μας, μεταξύ άλλων μέσω της δημιουργίας συνεργειών και ενίσχυσης των σχέσεων με τις γειτονικές χώρες, ενώ υπογράμμισε ότι «αυτή η προηγμένη συνεργασία αποτελεί ένα πολλά υποσχόμενο βήμα προς την εγκαθίδρυση εταιρικών σχέσεων στην Ανατολική Μεσόγειο».

Πρόσθεσε ότι «τα τελευταία 45 χρόνια αναλαμβάνουμε τις ίδιες θετικές πρωτοβουλίες, για να τερματίσουμε το απαράδεκτο status quo και να επιτύχουμε μόνιμη ειρήνη και σταθερότητα στην πατρίδα μου», τονίζοντας ότι «το status quo είναι το αποτέλεσμα της παράνομης τουρκικής εισβολής του 1974, της παραβίασης της κυριαρχίας της Κυπριακής Δημοκρατίας, της επακόλουθης στρατιωτικής Κατοχής πάνω από του ενός τρίτου της χώρας και του βίαιου εκτοπισμού του 40% του πληθυσμού της. Από τότε, παρά τις ειλικρινείς προσπάθειες και την εποικοδομητική εμπλοκή μου, όπως και των προκατόχων μου προς μια διευθέτηση, η Κύπρος παραμένει η τελευταία ευρωπαϊκή διαιρεμένη χώρα».

Στη συνέχεια ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε εκτενή αναφορά στην προσπάθεια συνομολόγησης των «Όρων Αναφοράς», επισημαίνοντας ότι: «Βρισκόμαστε τώρα στη μέση μιας νέας προσπάθειας, η οποία παρέχει μια αίσθηση ελπίδας. Θα ήθελα να τονίσω με τον ισχυρότερο τρόπο την πλήρη αφοσίωσή μου και την υποστήριξή μου σε αυτή τη νέα προσπάθεια του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ, να επαναλάβει τη διαδικασία, από τη στιγμή που σταμάτησε στο Crans Montana.

Eξέφρασε την πεποίθηση ότι «μια τέτοια συναντίληψη θα μπορούσε να ανοίξει τον δρόμο, για την επανάληψη των συνομιλιών ,με μοναδικό στόχο την επίτευξη συνολικής διευθέτησης, βάσει των όσων συμφωνήθηκαν ως ιστορικός συμβιβασμός από την πλευρά μας: Την εξέλιξη της Κυπριακής Δημοκρατίας σε Διζωνική, Δικοινοτική Ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, όπως ορίζεται στα σχετικά Ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και στις Συμφωνίες Υψηλού Επιπέδου, με ενιαία κυριαρχία, ενιαία διεθνή νομική προσωπικότητα και ενιαία ιθαγένεια. Μια διευθέτηση που θα δημιουργήσει ένα βιώσιμο, λειτουργικό και σταθερό ομοσπονδιακό κράτος, απαλλαγμένο από ξένες εξαρτήσεις, ξένα στρατεύματα και δικαιώματα παρέμβασης τρίτων χωρών. Μια διευθέτηση που δεν θα αποκλίνει από τα σχετικά ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και τις αξίες και τις αρχές της ΕΕ».

«Και θέλω να στείλω ένα σαφές μήνυμα: Τα Ηνωμένα Έθνη και η αποστολή καλών υπηρεσιών του Γενικού Γραμματέα είναι ο μόνος τρόπος για μας» τόνισε ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Στη συνέχεια έθιξε το γεγονός ότι «ενώ οι προσπάθειες επανέναρξης της διαπραγματευτικής διαδικασίας βρίσκονται σε εξέλιξη, οι πρόσφατες ενέργειες της Τουρκίας, όχι μόνο παραβιάζουν το διεθνές δίκαιο, αλλά υπονομεύουν σοβαρά τον στόχο της δημιουργίας ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για ουσιαστικές διαπραγματεύσεις».

Τόνισε κατηγορητικά ότι «αν και δεν προτίθεμαι να ξεκινήσω ένα παιχνίδι κατηγορίας, δεν επιτρέπεται και η αξιοπρέπεια του λαού μας προτάσσει, να μην αποδεχτούμε τη διπλωματία των κανονιοφόρων, τις τακτικές εκβιασμού και τις προσπάθειες  εξαναγκασμού της πλευράς μας να διαπραγματευτεί υπό πίεση».

Καταληκτικά αναφέρθηκε στο όραμά του για επίλυση του Κυπριακού, αναφέροντας ότι «αυτό είναι το όραμά μου. Αυτό είναι το όραμα του λαού της Κύπρου: Να τερματίσει το απαράδεκτο status quo με ένα κράτος που θα εξασφαλίσει κοινό και ευημερούμενο μέλλον για τις επόμενες γενιές Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων.Ένα μέλλον που θα τους επιτρέψει να ζουν ελεύθερα μαζί και να συνεργάζονται μαζί, υπό συνθήκες σταθερότητας, ασφάλειας και ειρηνικής συνύπαρξης. Μόνο τότε θα μπορέσουμε να αξιοποιήσουμε τις ακόμα ανεκπλήρωτες δυνατότητες και δυνατότητες της χώρας μας. Δεν θα αποκλίνω από την επιδίωξη αυτού του οράματος και καλώ την αλληλεγγύη σας στην υποστήριξη των προσπαθειών για την επίλυση του Κυπριακού. Αυτό δεν είναι μόνο προς το συμφέρον του λαού της Κύπρου, αλλά και προς το συμφέρον της Τουρκίας, της περιοχής και της διεθνούς κοινότητας. Θα μπορούσα να αφιερώσω ένα μεγάλο μέρος της ομιλίας μου στο Κυπριακό πρόβλημα. Δεν παραγνωρίζω όμως ή παραβλέπω την τεράστια σημασία των παγκόσμιων προκλήσεων, ιδιαίτερα της φτώχειας, της κλιματικής αλλαγής και της αειφόρου ανάπτυξης».