Το αμύθητο ποσό που καταβλήθηκε από τον Τζόνι Τσεούνγκ Σουν-γι υπογραμμίζει τις βαθιές οικονομικές ανισότητες στις τάξεις της κοινωνίας του Χονγκ Κονγκ, όπου ένας κάτοικος στους πέντε ζει κάτω από το όριο της φτώχειας, μια πραγματικότητα που ενίσχυσε την οργή των διαδηλωτών.

Αυτή η θέση στάθμευσης που πωλήθηκε αντί 7,6 εκατομμυρίων δολαρίων Χονγκ Κονγκ, δηλαδή 970.000 δολάρια ΗΠΑ (περίπου 872.000 ευρώ), αντιπροσωπεύει τριάντα φορές τον μέσο ετήσιο μισθό στο Χονγκ Κονγκ.

Η θέση στάθμευσης βρίσκεται μέσα στο The Centre, τον πέμπτο ψηλότερο ουρανοξύστη της πόλης, ο οποίος μονοπώλησε τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων πριν από δύο χρόνια, όταν πωλήθηκε αντί ποσού ρεκόρ που ξεπερνούσε τα 4,50 δισεκατομμύρια ευρώ και έγινε το ακριβότερο κτίριο γραφείων παγκοσμίως.

Το κτίριο ανήκε στον Λι Κα-σινγκ, τον πλουσιότερο επιχειρηματία του Χονγκ Κονγκ.

Η αγορά αυτή πραγματοποιείται τη στιγμή που οι σχεδόν πέντε μήνες διαδηλώσεων υπέρ της δημοκρατίας αρχίζουν να έχουν επιπτώσεις στην οικονομία του ημιαυτόνομου εδάφους και κυρίως στην αγορά ακίνητων του Χονγκ Κονγκ.

Οι κτηματομεσιτικές εταιρίες, που είδαν τις μετοχές τους να καταγράφουν πτώση τους τελευταίους μήνες, αναγκάζονται να προσφέρουν εκπτώσεις όσον αφορά νέα οικιστικά έργα ή να μειώνουν το ποσό των ενοικίων στα γραφεία.

Ο ρυθμός ανάπτυξης της οικονομίας αναμένεται να κυμανθεί μεταξύ 0 και 1,0% φέτος, στο χαμηλότερο ποσοστό που καταγράφεται από το 2009.

«Πολλοί ιδιοκτήτες του The Centre εργάζονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα ή σε άλλους τομείς με μεγάλη ανάπτυξη. Για τους μεγιστάνες αυτούς, μια τέτοια αγορά δεν είναι σημαντική σε σχέση με την αξία των ορόφων με γραφεία που διαθέτουν», δήλωσε στο Bloomberg ο Στάνλεϊ Πουν, γενικός διευθυντής της Centaline Commercial.

Η αγορά ακινήτων του Χονγκ Κονγκ έγινε μια πολιτική πρόκληση δεδομένου ότι τα κόστη ανεβαίνουν κατακόρυφα, αναγκάζοντας μικρές επιχειρήσεις να αρχίζουν να κλείνουν λόγω των πολύ υψηλών ενοικίων. Οι κάτοικοι, από την πλευρά τους, δυσκολεύονται να βρουν αξιοπρεπή καταλύματα.

Η αύξηση στις τιμές των ακινήτων που προορίζονται για εμπορική χρήση ή για κατοίκιση ενισχύθηκε από τη ροή χρημάτων προερχόμενων από Κινέζους επενδυτές και εργολάβους.

Η γενικευμένη οργή πρωτοεκδηλώθηκε τον Ιούνιο όταν ένα νομοσχέδιο πρότεινε την έκδοση υπόπτων στην ηπειρωτική Κίνα, το οποίο έχει ήδη αποσυρθεί, αλλά αναζωπυρώθηκε από το ολοένα βαθύτερο χάσμα μεταξύ των πλουσιότερων και φτωχότερων πολιτών.