Ο δικηγόρος Γκόφρι Ρόμπερτσον αναφέρει, «το διοικητικό συμβούλιο του Βρετανικού Μουσείου έχει γίνει ένας από τους μεγαλύτερους κλεπταποδόχους στον κόσμο και η μεγάλη πλειονότητα των κλοπιμαίων δεν είναι σε δημόσια θέαση».

Ο Ρόμπερτσον ηγείται μίας προσπάθειας επιστροφής πολιτιστικής κληρονομιάς βασισμένη στα ανθρώπινα δικαιώματα και στις αρχές του δικαίου.

Επίσης προετοίμασε την έκθεση της Αμάλ Κλούνεϊ και του καθηγητή Νόρμαν Πάλμερ σχετικά με την επιστροφή των μαρμάρων του Παρθενώνα. Μάλιστα στο νέο του βιβλίο υποστηρίζει ότι η αποκατάσταση αυτού του λάθους μπορεί να ενθαρρύνει περαιτέρω την αποκατάσταση τέτοιων περιπτώσεων.

Ο Ρόμπερτσον εκφράζει αυτή τη γνώμη στο βιβλίο του «Who Owns History? Elgin’s Loot and the Case for Returning Plundered Treasure».

«Οι πολιτικοί μπορούν να κάνουν περισσότερα απλώς από το ν’ απολογούνται για τα εγκλήματα των αυτοκρατοριών, αλλά ο μόνος τρόπος τώρα να επανορθώσουμε είναι να επιστρέψουμε τα λάφυρα πίσω στην Αίγυπτο και την Κίνα και στις αφρικανικές, ασιατικές και νοτιοαμερικανικές κοινωνίες».

«Δεν μπορούμε να φτιάξουμε τα ιστορικά λάθη, αλλά μπορούμε πλέον χωρίς ντροπή να μην βγάζουμε κέρδος από αυτά», γράφει στο βιβλίο του.

Ακόμα ασκεί κριτική στο μουσείο επειδή επιτρέπει ανεπίσημη «ξενάγηση κλοπιμαίων», το οποίο περιλαμβάνει συλλογές όπως τα μάρμαρα του Παρθενώνα, τα χάλκινα αγάλματα του Μπενίν και το Hoa Hakananai.

Επιπρόσθετα κατηγορεί το μουσείο ότι λέει, «παραπλανητικά ψέματα και μισές αλήθειες για το πώς τα μάρμαρα του Παρθενώνα « “σώθηκαν”, “περισυνελέγησαν” και “δασώθηκαν”, ερχόμενα στην κατοχή του λόρδου Έλγιν με νόμιμο τρόπο».

Επίσης ασκεί κριτική σε μουσεία όπως το Βρετανικό, το Λούβρο και το Metropolitan στην Νέα Υόρκη, για την πρακτική τους να «κλειδώνουν πλούσια κληρονομιά άλλων χωρών, η οποία αποκτήθηκε από πολέμους, λεηλασία και δολιότητα».

Όμως μία εκπρόσωπος τύπου του μουσείου δήλωσε ότι όντως επιτρέπεται «ξενάγηση κλοπιμαίων», όπως δηλώνει τα μάρμαρα του Παρθενώνα «αποκτήθηκαν με νόμιμο τρόπο, με την έγκριση των Αρχών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

«Δεν αποκτήθηκαν μέσω μίας σύγκρουσης ή με τη χρήση βίας. Οι ενέργειες του Λόρδου Έλγιν ελέγχθησαν από μία επιτροπή της Βουλής το 1816 και βρέθηκαν καθόλα νόμιμες», προσέθεσε.

Πάντως όπως τονίζει το μουσείο αναγνωρίζει ότι κάποιες από τις συλλογές του έχουν αποκτηθεί από πολέμους και μετέπειτα από λεηλασία.

Πηγή: The Guardian