Πρέπει «τώρα να αποσαφηνισθεί ποιοι είναι οι στρατηγικοί στόχοι του ΝΑΤΟ», δηλώνει ο πρόεδρος της Γαλλίας επαναλαμβάνοντας την ανάγκη ενίσχυσης της Ευρώπης της Αμυνας, καθώς πλησιάζει η σύνοδος κορυφής της Ατλαντικής Συμμαχίας η οποία θα διεξαχθεί στο Λονδίνο στις αρχές του Δεκεμβρίου.

«Δεν υπάρχει κανείς συντονισμός με τους εταίρους του ΝΑΤΟ στην στρατηγική απόφαση των ΗΠΑ και είμαστε μάρτυρες μίας επίθεσης από έναν άλλο εταίρο του ΝΑΤΟ, την Τουρκία, σε μία ζώνη όπου διακυβεύονται τα συμφέροντά μας, χωρίς συντονισμό. Αυτό που συνέβη αποτελεί τεράστιο πρόβλημα για το ΝΑΤΟ».

Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Εμανουέλ Μακρόν αναρωτιέται ιδιαιτέρως για το μέλλον του Αρθρου 5 της Ατλαντικής Συνθήκης, το οποίο προβλέπει στρατιωτική συνδρομή μεταξύ των χωρών μελών της Συμμαχίας, εάν ένας από τους συμμάχους δεχθεί επίθεση.

«Τι θα είναι αύριο το Αρθρο 5; Εάν το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Ασαντ αποφασίσει να απαντήσει στην Τουρκία, θα την συνδράμουμε; Αυτό είναι μία πραγματική ερώτηση», λέει.

«Εχουμε δεσμευθεί να πολεμήσουμε κατά του Ισλαμικού Κράτους. Το παράδοξο είναι ότι η αμερικανική απόφαση και η τουρκική επίθεση και στις δύο περιπτώσεις έχουν ένα και το αυτό αποτέλεσμα: θυσιάζουν τους επί του πεδίου εταίρους μας που πολέμησαν κατά του Ισλαμικού Κράτους, τις Συριακές Δημοκρατικές Δυνάμεις».

Για τον Μακρόν, όλες αυτές οι εξελίξεις καθιστούν ακόμη περισσότερο «ουσιαστική, από την μία πλευρά, την Ευρώπη της Αμυνας -- μία Ευρώπη που πρέπει να αποκτήσει μία στρατηγική και λειτουργική αυτονομία σε στρατιωτικό επίπεδο. Και από την άλλη, επανέναρξη ενός στρατηγικού διαλόγου, χωρίς καθόλου αφέλειες, και που θα πάρει χρόνο, με την Ρωσία».

«Ο πρόεδρος Τραμπ, τρέφω μεγάλο σεβασμό σε αυτό, θέτει το θέμα του ΝΑΤΟ ως εμπορικού σχεδίου. Κατά την γνώμη του, πρόκειται για ένα σχέδιο όπου οι ΗΠΑ διασφαλίζουν ένα είδος γεωπολιτικής ομπρέλας, αλλά, σε αντάλλαγμα, θα πρέπει να έχουν εμπορική αποκλειστικότητα, να υπάρχει ένα κίνητρο για να αγοράσουμε από τις ΗΠΑ. Η Γαλλία δεν έχει υπογράψει γι΄αυτό», προειδοποιεί ο Εμανουέλ Μακρόν.

Αντίδραση από Μέρκελ

Την διαφωνία της με την άποψη του Εμανουέλ Μακρόν εξέφρασε η καγκελάριος Άγγελα Μέρκελ, χαρακτηρίζοντας την Συμμαχία «ακρογωνιαίο λίθο» της ευρωπαϊκής ασφάλειας.

Ένα ισχυρό ΝΑΤΟ είναι προς το γερμανικό και το ευρωπαϊκό συμφέρον, τόνισε η κυρία Μέρκελ κατά την κοινή συνέντευξη Τύπου που παραχώρησε με τον Γενικό Γραμματέα της Συμμαχία Γενς Στόλτενμπεργκ και σημείωσε ότι δεν συμμερίζεται τον αφορισμό του Προέδρου Μακρόν.

«Ο γάλλος Πρόεδρος βρήκε έναν πολύ δραστικό όρο για να εκφράσει τις απόψεις του. Δεν είναι αυτή η άποψή μου. Δεν είναι απαραίτητη μια τόσο αφοριστική κρίση, παρότι προφανώς διαφωνούμε μεταξύ μας σε πολλά θέματα», δήλωσε η Καγκελάριος, για να προσθέσει: «Αλλά το ΝΑΤΟ είναι προς το συμφέρον μας. Είναι η Συμμαχία ασφαλείας μας. Έχω πει πολλές φορές ότι πρέπει στην Ευρώπη να πάρουμε λίγο περισσότερο την κατάσταση στα χέρια μας, αλλά υπάρχουν περιοχές όπου το ΝΑΤΟ λειτουργεί πάρα πολύ καλά. Έχει διευρύνει την δράση του τα τελευταία χρόνια, και στο πολιτικό επίπεδο, κι αυτό πρέπει να το συνεχίσουμε και να το καλλιεργήσουμε και όπου υπάρχουν προβλήματα να τα λύσουμε».

Ο κ. Στόλτενμπεργκ από την πλευρά του τόνισε ότι το ΝΑΤΟ παραμένει ισχυρό, σημειώνοντας ότι οι ΗΠΑ με την Ευρώπη «συνεργάζονται πιο στενά από ό,τι είχαν κάνει εδώ και δεκαετίες». Ο Γενικός Γραμματέας της Συμμαχίας προειδοποίησε ακόμη ότι «κάθε απόπειρα να απομακρύνουμε την Ευρώπη από την Βόρεια Αμερική κινδυνεύει όχι μόνο να εξασθενίσει την Συμμαχία, τον διατλαντικό δεσμό, αλλά και να διχάσει την Ευρώπη».

Καλωσορίζω την ευρωπαϊκή ενότητα και τις προσπάθειες για ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας, δήλωσε ο κ. Στόλτενμπεργκ, «αλλά η ευρωπαϊκή ενότητα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την διατλαντική ενότητα».

Σε ό,τι αφορά την Γερμανία, ο ΓΓ του ΝΑΤΟ έκανε λόγο για κεντρικό και ηγετικό ρόλο στην Συμμαχία και εξέφρασε την πεποίθηση ότι θα τηρήσει τις δεσμεύσεις της για αύξηση των αμυντικών δαπανών της. Για το ίδιο θέμα η κυρία Μέρκελ τόνισε ότι το Βερολίνο μένει προσηλωμένο στις δεσμεύσεις που ανέλαβε στην Σύνοδο της Ουαλίας για αμυντικές δαπάνες σε ύψος 1,5% του ΑΕΠ έως το 2024, παραδεχόμενη ταυτόχρονα ότι «αυτό δεν μας τοποθετεί μεταξύ των χωρών με τις υψηλότερες δαπάνες».