Έκθεση που δημοσιεύτηκε το 2018 αναφέρει ότι ο ύπνος της εργαζόμενης γυναίκας κόστισε στο κράτος 36.000 ευρώ χαμένης παραγωγικότητας μέσα σε διάστημα τεσσάρων ετών.

Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη έκθεση, η συμπεριφορά της ανάγκαζε τους συναδέλφους της διαρκώς να την καλύπτουν και να τη βγάζουν από τη δύσκολη θέση.

Η εργαζόμενη δεν κατηγορήθηκε, επειδή ο προϊστάμενός της ανησυχούσε ότι υπήρχε ένα πρόβλημα υγείας που προκαλούσε την υπνηλία. Η σκέψη για ένα εργατικό δυναμικό που συλλογικά αναπληρώνει τον χαμένο ύπνο προκαλεί ανησυχία σε όλο και περισσότερες εταιρίες, αλλά, αν επιτραπεί, είναι πιο πιθανό να αυξήσει παρά να μειώσει την παραγωγικότητα.

Παρόλο όμως που η κυβέρνηση των ΗΠΑ θεωρεί τον ύπνο στη δουλειά απαγορευμένο και έχει αποφασίσει να πάρει σκληρά μέτρα, οι ειδικοί υποστηρίζουν ότι ήρθε η ώρα αυτή η απόφαση να αναθεωρηθεί.

Ο ύπνος στη δουλειά αποδοκιμαζόταν στις ΗΠΑ, ωστόσο δεν είχε απαγορευτεί εντελώς μέχρι σήμερα. Δεν είναι ξεκάθαρο όμως τι οδήγησε στη θέσπιση αυτής της επίσημης οδηγίας.

Ο δρ Λόρενς Έπστεϊν, πρώην πρόεδρος της Αμερικανικής Ακαδημίας για την Ιατρική του Ύπνου και Ιατρικός Διευθυντής στο Νοσοκομείο της Βοστόνης «Brigham and Women's», υπολογίζει ότι περίπου 70 εκατομμύρια Αμερικανοί υποφέρουν από διαταραχές ύπνου.

Μια πρόσφατη μελέτη που διεξήχθη από Πανεπιστήμιο Ball State της Ιντιάνα, η οποία εξέτασε τη διάρκεια του ύπνου σε 150.000 άτομα, βρήκε ότι το ποσοστό αυτών που κοιμούνται λιγότερες από επτά ώρες κάθε βράδυ αυξήθηκε από 30,9% το 2010 σε 35,5% το 2018. Περίπου οι μισοί συμμετέχοντες δήλωναν ότι δεν κοιμούνταν αρκετά.

Ο Έπστεϊν δήλωσε στο BBC ότι ορισμένες εταιρείες έχουν συνείδηση αυτού του προβλήματος και διερευνούν τρόπους για την καταπολέμησή του.

«Είναι κάτι που πρέπει να αντιμετωπιστεί αλλά δυστυχώς συχνά δεν αντιμετωπίζεται», είπε.

Η έλλειψη ύπνου μπορεί να έχει επιπτώσεις τόσο στην υγεία των ανθρώπων (καθώς έχει συνδεθεί με παχυσαρκία, διαβήτη, καρδιακά νοσήματα, εγκεφαλικά, άγχος και κατάθλιψη) όσο και στην οικονομία.