Ενώ όλες οι χώρες της Ευρώπης επέβαλαν αυστηρούς περιορισμούς στη δημόσια ζωή για να βάλουν «φρένο» στην εξάπλωση του κορονοϊού, η Σουηδία δεν εφάρμοσε ούτε εκτεταμένο «λουκέτο» στην οικονομία, ούτε αυστηρά μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Βασίστηκε, αντίθετα, σε εθελούσια μέτρα, σε συμβουλές προς τους ηλικιωμένους, σε συστάσεις για τηλεργασία, στην αποφυγή περιττών μετακινήσεων. Τα σύνορα και τα σχολεία για παιδιά έως 16 ετών παραμένουν ανοικτά, όπως επίσης πολλές επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων τα εστιατόρια και τα μπαρ.

Η επιλογή της αυτή επέσυρε επικρίσεις εντός και εκτός της χώρας. Μεταξύ άλλων, 22 επιστήμονες με άρθρο τους την προηγούμενη εβδομάδα στη σουηδική εφημερίδα Dagens Nyheter κατηγόρησαν τις δημόσιες αρχές ότι απέτυχαν και ζήτησαν επειγόντως αυστηρότερα μέτρα, επισημαίνοντας τους πολλούς θανάτους από κορονοϊό στα γηροκομεία, καθώς και την υψηλότερη θνητότητα στη Σουηδία σε σχέση με τις γειτονικές σκανδιναβικές χώρες που έχουν πάρει αυστηρά μέτρα.

Ο επιδημιολόγος δρ Άντερς Τέγκνελ της Σουηδικής Υπηρεσίας Δημόσιας Υγείας, ο «εγκέφαλος» πίσω από την επίμαχη και ριψοκίνδυνη στρατηγική της χώρας, εξήγησε το σκεπτικό του σε συνέντευξή του στο "Nature".

Σε ερώτηση για την προσέγγιση της Σουηδίας για τον έλεγχο του κορονοϊού, ο δρ Τέγκνελ εξηγεί: «Νομίζω ότι έχει υπερτονιστεί πόσο μοναδική είναι αυτή η προσέγγιση. Όπως πολλές άλλες χώρες, στοχεύουμε να 'επιπεδώσουμε' την καμπύλη, επιβραδύνοντας την εξάπλωση όσο είναι δυνατό, αλλιώς το σύστημα υγείας και η κοινωνία κινδυνεύουν με κατάρρευση. Δεν πρόκειται για μια νόσο που μπορεί κανείς να σταματήσει ή να ξεριζώσει, τουλάχιστον εωσότου αναπτυχθεί ένα αποτελεσματικό εμβόλιο. Πρέπει να βρούμε μακροπρόθεσμες λύσεις που θα κρατούν την κατανομή των λοιμώξεων σε ικανοποιητικό επίπεδο. Κάθε χώρα προσπαθεί να κρατήσει μακριά τους ανθρώπους, χρησιμοποιώντας μέτρα και τις παραδόσεις που έχει στη διάθεση της. Γι' αυτό καταλήξαμε να κάνουμε ελαφρώς διαφορετικά πράγματα».

«Οι σουηδικοί νόμοι για τις μεταδιδόμενες νόσους βασίζονται κυρίως σε εθελοντικά μέτρα, στην ατομική υπευθυνότητα. Σαφώς ο πολίτης έχει την ευθύνη να μην εξαπλώνει τη νόσο. Αυτός είναι ο πυρήνας από τον οποίο ξεκινήσαμε, καθώς δεν υπάρχει μεγάλη νομική δυνατότητα να κλείνουμε τις πόλεις στη Σουηδία χρησιμοποιώντας τους υπάρχοντες νόμους. Η καραντίνα μπορεί να εφαρμοστεί για ανθρώπους σε μικρές περιοχές όπως ένα σχολείο ή ξενοδοχείο. Δεν μπορούμε (νομικά) να αποκλείσουμε μια γεωγραφική περιοχή» δηλώνει.

Ερωτηθείς για το αν βασίστηκαν σε συγκεκριμένα στοιχεία για να υιοθετήσουν σαν χώρα αυτή τη «χαλαρή» προσέγγιση, ο λοιμοξιωλόγος απαντά ότι «είναι δύσκολο να μιλήσουμε για την επιστημονική βάση μιας στρατηγικής σε τέτοιες νόσους, επειδή δεν ξέρουμε πολλά πράγματα και μαθαίνουμε στην πράξη, μέρα-μέρα. Το «λουκέτο» και το κλείσιμο των συνόρων δεν έχουν επιστημονική βάση, κατά τη γνώμη μου. Κοιτάξαμε στην αρχή μερικές ευρωπαϊκές χώρες να δούμε αν είχαν δημοσιεύσει κάποια ανάλυση για την αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων, αλλά δεν βρήκαμε σχεδόν τίποτε. Το κλείσιμο των συνόρων νομίζω ότι είναι γελοίο, επειδή η Covid-19 βρίσκεται σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα τώρα. Περισσότερο ανησυχούμε για τις μετακινήσεις εντός Σουηδίας. Ως κοινωνία προτιμάμε την παρότρυνση: συνεχώς υπενθυμίζουμε στους ανθρώπους να ακολουθούν τα μέτρα και να τα βελτιώνουν. Δεν χρειάζεται να κλείσουμε τα πάντα τελείως, επειδή αυτό θα ήταν αντιπαραγωγικό»

Κληθείς να σχολιάσει τις επικρίσεις που έχει δεχθεί η χώρα για την προσέγγισή της στην αντιμετώπιση της πανδημίας και αν θεωρεί ότι θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των ανθρώπων περισσότερο από ό,τι χρειάζεται, ο Δρ Τέγκνελ «δεν πιστεύει ότι υπάρχει τέτοιος κίνδυνος». «Υπάρχει μια αύξηση στις εισαγωγές στο νοσοκομείο και στους θανάτους, αλλά δεν είναι τραυματική έως τώρα. Πουθενά στην Ευρώπη δεν έχει καταστεί εφικτό να επιβραδυνθεί σημαντικά η εξάπλωση. Για τα σχολεία είμαι πεπεισμένος ότι πρόκειται να μείνουν ανοικτά σε εθνικό επίπεδο. Πρέπει να κλείσεις τα σχολεία αρκετά νωρίς στην επιδημία, για να έχεις αποτέλεσμα. Τώρα πια δεν έχει νόημα. Επιπλέον, είναι ζωτικό από πλευράς ψυχικής και σωματικής υγείας η νεότερη γενιά να παραμείνει ενεργή» τονίζει.

Ερωτηθείς αν θεωρεί επιτυχή την προσέγγιση της χώρας απαντά ότι είναι «πολύ νωρίς για να ξέρουμε. «Κάθε χώρα πρέπει να φθάσει σε «ανοσία αγέλης» με τον ένα ή τον άλλο τρόπο και εμείς θα το κάνουμε με διαφορετικό τρόπο. Πόσο θα διαρκέσει η ανοσία αγέλης δεν το ξέρουμε, αλλά σίγουρα υπάρχει ανοσιακή αντίδραση (στον κορονοϊό)» υπογραμμίζει.

Σε ερώτηση για το τι θα μπορούσαν να είχαν κάνει διαφορετικά στέκεται στους οίκους ευγηρίας: «Υποτιμήσαμε το πρόβλημα των οίκων ευγηρίας και πώς θα εφαρμόζονταν εκεί τα μέτρα. Έπρεπε να έχουμε κάνει πιο εκτεταμένους ελέγχους».

Εν κατακλείδι δηλώνει ικανοποιημένος από τη στρατηγική που ακολούθησε η Σουηδία: «Ξέρουμε ότι η Covid-19 είναι υπερβολικά επικίνδυνη για τους πολύ ηλικιωμένους, πράγμα φυσικά άσχημο. Όμως, κοιτάζοντας τις πανδημίες, υπάρχουν πολύ χειρότερα σενάρια από αυτό. Τα περισσότερα προβλήματα που έχουμε σήμερα, δεν οφείλονται στη νόσο, αλλά επειδή τα μέτρα σε μερικά περιβάλλοντα δεν εφαρμόστηκαν κανονικά».