Οι Financial Times, σε ρεπορτάζ της ανταποκρίτριάς τους στην Αθήνα, αναφέρονται στις κινήσεις που γίνονται για την επανεκκίνηση του τουρισμού, και σημειώνουν ότι το φετινό καλοκαίρι που θα είναι διαφορετικό.

Το ρεπορτάζ σημειώνει ότι η Ελλάδα είναι ένα success story σχετικά με τον κορονοϊό: «Η Ελλάδα πήρε έγκαιρα, δραστικά μέτρα προχωρώντας σε γενικό lockdown στις 16 Μαρτίου, 13 ημέρες μετά το πρώτο κρούσμα κορονοϊού».

H πανδημία έχει φέρει τα πάνω-κάτω στις ελληνικές παραλίες, γράφουν οι Financial Times.

Οι τουρίστες που θα φθάσουν στην Ελλάδα θα βρίσκονται φέτος αντιμέτωποι με μια νέα πραγματικότητα, με ομπρέλες και ξαπλώστρες είναι μακριά η μια από την άλλη, με τους κλειστούς μπουφέδες και με ένα χώρος για καραντίνα σε κάθε νησί.

Επισημαίνει δε, ότι θα εφαρμόζονται μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης εξαιτίας των οποίων τα ξενοδοχεία θα καλύπτουν μόνον το ήμισυ των κλινών τους.

Λόγω της απαγόρευσης των ταξιδιών που επιβλήθηκε από την κυβέρνηση, πολλοί από τους πιο δημοφιλείς τουριστικούς προορισμούς πανευρωπαϊκά, είχαν παραμείνει κλειστοί, στο ξεκίνημα της σεζόν. Τώρα οι ξενοδόχοι ελπίζουν ότι η κατάσταση θα αντιστραφεί, όταν η Ελλάδα ανοίξει τα σύνορά της σε ξένους επισκέπτες, αναφέρεται στο δημοσίευμα των Financial Times.

«Πέρυσι υποφέραμε από τον υπερβολικό αριθμό τουριστών. Τώρα έχουμε μηδέν τουρίστες αλλά τουλάχιστον είμαστε ελεύθεροι από κορονοϊό. Το ερώτημα είναι αν μπορεί να σωθεί η σεζόν» λέει στους Financial Times ο πρόεδρος της ένωσης ξενοδόχων Σαντορίνης, Αντώνης Ηλιόπουλος.

«Είμαστε ανυπόμονοι να ξεκινήσουμε, χάσαμε ήδη τρεις μήνες – σχεδόν τη μισή σεζόν. Αλλά τώρα είναι στο χέρι των tour operators και των αεροπορικών εταιρειών να φέρουν τους τουρίστες» σημειώνει από την πλευρά του ο ξενοδόχος από την Κεφαλονιά, Μπάμπης Μουρελάτος.

«Οι απώλειες της Ελλάδας φαντάζουν μικρές μπροστά σε αυτές της Ισπανίας και της Ιταλίας», επισημαίνεται στο ρεπορτάζ.

Οι Financial Times αναφέρουν ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να δεχθεί, μεγάλο οικονομικό πλήγμα, αφού ακόμη κι αν ξεκινούσε σε φουλ ρυθμούς η τουριστική σεζόν μέχρι τον Ιούλιο, το ΑΕΠ θα υποχωρούσε φέτος κατά 4%, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του διοικητή της ΤτΕ Γιάννη Στουρνάρα, ενώ αν καταρρεύσει ο τουριστικός κλάδος το ΑΕΠ ενδέχεται να υποχωρήσει έως και 8%.

Στην Κρήτη, πάνω από το 40% των ξενοδοχείων, ενδέχεται να μην ανοίξουν καθόλου, δήλωσε ο Μανώλης Τσακαλάκης, πρόεδρος του τοπικού ξενοδοχειακού επιμελητηρίου. Πολλά ξενοδοχεία στην Κρήτη -υπολογίζεται πάνω από 700- είχαν ήδη υποστεί απώλειες τον περασμένο Οκτώβριο, λόγω της κατάρρευσης της Thomas Cook. «Αν δεν έχουμε κρατήσεις από το εξωτερικό, και δεν έχουμε προς το παρόν -τα μεγάλα ξενοδοχεία δεν θα ανοίξουν. Η εγχώρια ζήτηση δεν θα είναι αρκετή για να καλύψει το λειτουργικό κόστος, ειδικά με τα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης. Οι επιχειρήσεις αυτές θα διαγράψουν το 2020 και θα ελπίζουν σε ανάκαμψη το 2021» δήλωσε.

Το καλύτερο σενάριο

Η συμβουλευτική εταιρεία Deloitte, προειδοποίησε σε έκθεσή της, ότι αν συνεχιστεί η πανδημία, πολλά ελληνικά ξενοδοχεία θα αντιμετωπίσουν τη χρεοκοπία. Στο καλύτερο σενάριο της Deloitte, για την Ελλάδα η πλειοψηφία των ξενοδοχείων ξεκινά τη λειτουργία της αρχές Ιουλίου.

Η τουριστική κίνηση το 2020 είναι σαφώς μειωμένη αλλά δεν χάνεται εντελώς η χρονιά, καθώς ισχυρά κυβερνητικά μέτρα τονώνουν την εγχώρια ζήτηση, η Ελλάδα ως προορισμός βγαίνει επικοινωνιακά ενισχυμένη και ο τουριστικός κλάδος ανταποκρίνεται αποτελεσματικά, σε μεγάλο ποσοστό, στις λειτουργικές και χρηματοοικονομικές προκλήσεις.

Στα ξενοδοχεία πόλης, η σταδιακή επανεκκίνηση των επαγγελματικών ταξιδιών, των συνεδρίων και των εκδηλώσεων, αλλά και των city breaks, ήδη από το 2020, επιδρά θετικά.

Το 2021 αποτελεί χρονιά ισχυρής επανάκαμψης για τον ελληνικό τουρισμό καθώς η θερινή σεζόν ξεκινά ομαλά και η Ελλάδα διατηρεί ενισχυμένο μερίδιο αγοράς αξιοποιώντας το προβάδισμα που απέκτησε από την επιτυχή αντιμετώπιση της πανδημίας.

Παρότι μικρές ή/και υπερχρεωμένες επιχειρήσεις αντιμετωπίζουν σοβαρά θέματα επιβίωσης, ο κλάδος στο σύνολο του βγαίνει σχετικά αλώβητος και δυνητικά ενισχυμένος σε σχέση με άμεσα ανταγωνιστικές χώρες. Η ανάκαμψη στα επίπεδα του 2019 απαιτεί 2 με 3 έτη.