«Καθώς η πανδημία υποχωρεί, οι Έλληνες σύντομα θα θέλουν απαντήσεις στα δημόσια οικονομικά», τιτλοφορείται άρθρο του Αποστόλη Φωτιάδη στον Guardian, το οποίο κάνει λόγο για αδιαφάνεια από την πλευρά της κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Ο δημοσιογράφος αναφέρει στο άρθρο του στην βρετανική εφημερίδα πως - ενώ για τον υπόλοιπο κόσμο η Ελλάδα αποτελεί ένα σχετικά επιτυχημένο παράδειγμα διαχείρισης της υγειονομικής κρίσης - υπάρχει και η άλλη πλευρά αυτού του success story και ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη χρησιμοποιεί την πανδημία για αδιαφανή διαχείριση δημοσίου χρήματος.

«Για τον έξω κόσμο, η Ελλάδα είχε μια σχετικά επιτυχημένη εμπειρία με την πανδημία της Covid-19. Στις αρχές Μαρτίου, ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης - του δεξιού κόμματος της Νέας Δημοκρατίας - και η κυβέρνησή του, αντιλήφθηκαν τους κινδύνους που ενέχει ένας τέτοιος ιός σε μια χώρα με αποδεκατισμένο σύστημα δημόσιας υγείας. Επέβαλλαν, λοιπόν, από νωρίς ένα σκληρό lockdown, τ’ οποίο έσωσε ζωές. Η Ελλάδα έχει μετρήσει 3.121 κρούσματα και 183 θανάτους. Έτσι, μετά από περισσότερο από τρεις μήνες σχετικής απομόνωσης, η χώρα μόλις άνοιξε τα σύνορά της στους τουρίστες», αναφέρει και συμπληρώνει: 

«Αλλά υπάρχει μια άλλη πλευρά σε αυτήν την προφανή επιτυχία. Έχει επίσης γίνει ολοένα και πιο ξεκάθαρο ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκης χρησιμοποιεί την κατάσταση έκτακτης ανάγκης ως πρόσχημα για να προχωρήσει σε αδιαφανείς και αμφισβητήσιμες συμφωνίες σχετικά με τα δημόσια οικονομικά. Μια σειρά αποκαλύψεων έχει επηρεάσει τη φήμη της κυβέρνησης. Και ενώ η οικονομία παλαντζάρει στην κόψη του ξυραφιού, η προσέγγιση της διοίκησης στα δημόσια οικονομικά δύσκολα θα γεμίσει τους Έλληνες με αισιοδοξία για οικονομική ανάκαμψη». 

Εν συνεχεία, ο αρθρογράφος παραθέτει τα δεδομένα που έχει συγκεντρώσει. 

«Τον Απρίλιο, ο πρωθυπουργός έπρεπε να παρέμβει και να ακυρώσει ένα χρηματοοικονομικό πακέτο 190 εκατομμυρίων ευρώ που προοριζόταν για εταιρείες για τη διαχείριση ενός προγράμματος ηλεκτρονικής μάθησης για τους αυτοαπασχολούμενους, μετά από έρευνες που αποκάλυψαν ότι πολλές από τις εταιρείες που ενέκρινε το υπουργείο Εργασίας να χρησιμοποιούν τις διαδικτυακές πλατφόρμες ήταν, όπως είπε ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, Αλέξης Τσίπρας, ‘’άμεσα συνδεδεμένος’’ με το κυβερνών κόμμα. Στα ‘’voucher’’, επτά εταιρείες έφτασαν τα 36 εκατομμύρια ευρώ. Μετά την ακύρωση του προγράμματος κουπονιών, το ίδιο το υπουργείο Εργασίας διαχειρίστηκε άμεσα τα χρήματα και τις παροχές», σημειώνει. 

Παράλληλα, δεν αφήνει ασχολίαστη την εκστρατεία ευαισθητοποίησης του κοινού για την πρόληψη και αντιμετώπιση του κορονοϊού, όπου δόθηκαν 20 εκατομμύρια ευρώ με απευθείας ανάθεση σε ιδιωτική εταιρεία, και ταυτόχρονα -όπως σχολιάζει- δεν έχουν διευκρινιστεί Τα κριτήρια για τον καθορισμό των μέσων μαζικής ενημέρωσης που επιλέχθηκαν, αλλά και τα ποσά τα οποία έλαβαν.

«Μια σειρά αποκαλύψεων έχει επηρεάσει την υπόληψη της κυβέρνησης. Και ενώ η οικονομία κινείται στην κόψη του ξυραφιού, η προσέγγιση της διοίκησης στα δημόσια οικονομικά δύσκολα θα γεμίσει τους Έλληνες με αισιοδοξία για οικονομική ανάκαμψη», τονίζει το άρθρο.

Στη συνέχεια αναφέρει: «Η εφαρμογή του προγράμματος από μια ιδιωτική εταιρεία σημαίνει ότι η κυβέρνηση δεν έχει καμία υποχρέωση να ανεβάσει πληροφορίες σχετικά με την κατανομή των χρημάτων στο δημόσιο μητρώο διαφάνειας. Παρά τα κοινοβουλευτικά αιτήματα, η κυβέρνηση αρνήθηκε να αποκαλύψει τις οικονομικές λεπτομέρειες του προγράμματος».

Επιπλέον, ο αρθρογράφος αναφέρεται στις απευθείας αναθέσεις στο υπουργείο Μετανάστευσης, αλλά και στη νομοθεσία που επιτρέπει πλέον στον υπουργό, Νότη Μηταράκη, να διαχειρίζεται μυστικά κονδύλια. Το άρθρο σημειώνει πως η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει αντιδράσει, ωστόσο, αυτό μπορεί ν’ αλλάξει με το «πακέτο 32 δισ.» που θα κατευθυνθεί στην Ελλάδα μέσω του «Ταμείου Ανάκαμψης». Κλείνει, δε, με αναφορά στην «ελληνική κλεπτοκρατία».

«Η ελληνική κλεπτοκρατία, σύμφωνα με τα λόγια του αντιπροέδρου της Γερμανίας το 2015, ‘’λεηλάτησε τη χώρα για χρόνια, ενώ η ΕΕ απλώς την παρακολούθησε’’. Πέντε χρόνια μετά, φαίνεται πως λίγα έχουν αλλάξει», καταλήγει.