Φωτογραφίες, αντίγραφα των οποίων στάλθηκαν στο Γαλλικό Πρακτορείο, εικονίζουν σημάδια από χτυπήματα και εκτεταμένους μώλωπες στα σώματα των δύο δημοσιογράφων, οι οποίοι αφέθηκαν ελεύθεροι τη Δευτέρα το βράδυ, αφού πέρασαν τρία εικοσιτετράωρα «σε κελί απομόνωσης», σύμφωνα με τον έναν εκ των δημοσιογράφων Σαΐντ Αλί Ασακζάι.

«Στην (τοπική) κυβέρνηση δεν άρεσε η κάλυψή μας», στην οποία τονιζόταν η έλλειψη νερού και άλλων βασικών υπηρεσιών στο κέντρο αυτό, εξήγησε στο Γαλλικό Πρακτορείο ο Σαΐντ Αλί Ασακζάι, ο οποίος κλήθηκε το Σάββατο να προσέλθει για υπόθεσή του μαζί με έναν συνάδελφό του σε τμήμα των δυνάμεων ασφαλείας προτού και οι δυο τους να παραδοθούν στα χέρια παραστρατιωτικής οργάνωσης.

«Μας κάλυψαν τα μάτια (...) κατόπιν άρχισαν να μας χτυπάνε με ρόπαλα και καλώδια οπτικής ίνας», αφηγήθηκε ο δημοσιογράφος στο τηλεοπτικό δίκτυο Samaa. «Κάποια στιγμή σκέφτηκα ‘δεν θα με αφήσουν να φύγω ζωντανός. Θα με σκοτώσουν’».

«Είναι απολύτως απαράδεκτο το γεγονός ότι στελέχη των δυνάμεων ασφαλείας διέπραξαν βασανιστήρια απλούστατα επειδή δεν τους άρεσε αυτό που μετέδωσαν οι δύο δημοσιογράφοι», τόνισε με αγανάκτηση ο Ντανιέλ Μπαστάρ, επικεφαλής του γραφείου της οργάνωσης υπεράσπισης της ελευθεροτυπίας Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα (Reporters sans frontières, RSF), που έκανε τη σχετική καταγγελία.

Ερωτηθείς από το Γαλλικό Πρακτορείο, ο Ζία Ουλά Λανγκόβ, ο υπουργός Εσωτερικών του Μπαλουτσιστάν, εξέφρασε «θλίψη» για το γεγονός πως οι δημοσιογράφοι υπέστησαν «βασανισμό». Διενεργείται έρευνα για τα γεγονότα και «τρεις αξιωματικοί που ενεπλάκησαν άμεσα στο συμβάν τέθηκαν σε διαθεσιμότητα», πρόσθεσε.

Άλλο ένα κέντρο καραντίνας που δημιουργήθηκε στο Μπαλουτσιστάν για να αποτραπεί η εξάπλωση του νέου κορονοϊού είχε βρεθεί στα πρωτοσέλιδα και στις τηλεοπτικές οθόνες τον Φεβρουάριο, εξαιτίας των ανθυγιεινών συνθηκών σε αυτό.

Πηγή: Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων