Ο θάνατός της αποτελεί βαρύ πλήγμα για τους Δημοκρατικούς και ταυτόχρονα δίνει την ευκαιρία στον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να μεγεθύνει ακόμα περισσότερο τη συντηρητική πλειοψηφία στο Ανώτατο Δικαστήριο, διορίζοντας το τρίτο κατά σειρά μέλος του κατά τη διάρκεια της θητείας του, σε μια συγκυρία βαθιάς διαίρεσης στη χώρα κι ενώ απομένει πλέον λιγοστός χρόνος ωσότου να διεξαχθούν οι προεδρικές εκλογές.

Η Γκίνσμπεργκ πέθανε εξαιτίας «επιπλοκών του μεταστατικού καρκίνου στο πάγκρεας» από τον οποίο είχε διαγνωστεί πως έπασχε, διευκρίνισε το δικαστήριο.

Έφυγε «στην κατοικία της, με την οικογένειά της γύρω της», διαβεβαίωσε.

Η κηδεία της θα γίνει σε στενό οικογενειακό κύκλο στο Εθνικό Νεκροταφείο Άρλινγκτον.

Η απώλειά της ενδέχεται να οδηγήσει σε δραματική μεταβολή της ιδεολογικής ισορροπίας στο Σώμα, όπου οι συντηρητικοί δικαστικοί είχαν ως εδώ πλειοψηφία 5 έναντι 4, μετακινώντας το Ανώτατο Δικαστήριο ακόμη πιο δεξιά.

Το ζήτημα της αντικατάστασης της «RBG» – το ακρώνυμο του ονόματός της –, όπως αποκαλούσαν πολλοί τη δικάστρια που είχε διορίσει ο Μπιλ Κλίντον, προεξοφλείται πως θα μετατραπεί σε φλέγον ζήτημα της προεκλογικής εκστρατείας.

Η Γκίνσμπεργκ, παιδί φτωχής οικογένειας από το Μπρούκλιν, ήταν εκπληκτικά δημοφιλής στις ΗΠΑ, κάτι ιδιαίτερα σπάνιο για οποιοδήποτε μέλος του εννεαμελούς Ανώτατου Δικαστηρίου. Αυτό οφείλεται μάλλον στο ότι η δικαστικός υπήρξε πρωτοπόρος στον αγώνα για τη χειραφέτηση των γυναικών τη δεκαετία του 1970, αλλά και τη στράτευσή της σε άλλα ζητήματα κοινωνικής προόδου, όπως για παράδειγμα οι αμβλώσεις, ή οι γάμοι μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου.

Ο Τραμπ – ο οποίος κατά τη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας το 2016 είχε απαιτήσει η Γκίνσμπεργκ να παραιτηθεί και την είχε επικρίνει επανειλημμένα – αποκτά πλέον τη δυνατότητα να παρέμβει στο Ανώτατο Δικαστήριο περισσότερο από οποιονδήποτε πρόεδρο μετά τον Ρόναλντ Ρέιγκαν, που είχε κάνει επίσης τρεις διορισμούς σε αυτό τα οκτώ χρόνια που έμεινε στην εξουσία το 1980, μετακινώντας το σώμα και τότε προς τα δεξιά.