Η Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ είναι το ακριβώς αντίθετο από τη Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ, η οποία ήταν ενσάρκωση του φεμινισμού και υποστηρίκτρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Ως δικαστικός, η Μπάρετ έχει ταχθεί υπέρ της σκληρής αντιμεταναστευτικής πολιτικής του Ρεπουμπλικανού προέδρου ενώ έχει εκφράσει απόψεις υπέρ της επέκτασης των δικαιωμάτων για τα όπλα και κατά των αμβλώσεων.

Το φεμινιστικό κίνημα διακατέχεται από μεγάλη ανησυχία για το αν η Μπάρετ θα επηρεάσει και τελικά θα ανατρέψει μια δικαστική απόφαση ορόσημο του Ανώτατου Δικαστηρίου το 1973 που κατοχύρωσε συνταγματικά και νομιμοποίησε σε εθνικό επίπεδο το ατομικό δικαίωμα στις αμβλώσεις. Eνώσεις της κοινότητας ΛΟΑΤΚΙ έχουν επικρίνει την επιλογή της Μπάρετ.

Οι «Άνθρωποι της Δόξας»

Η Μπάρετ συνδέθηκε με την τοπική κοινότητα «People of Praise» (Ανθρώπους της Δόξας), μία χριστιανική ομάδα που ιδρύθηκε το 1971.

Οι People of Praise είναι μία από τις θρησκευτικές ομάδες που αναδείχτηκαν στη δεκαετία του 1960 και του 1970 και παρά το γεγονός ότι στην πλειονότητά τους τα μέλη της είναι καθολικοί, βρίσκεται εκτός του ελέγχου της Καθολικής Εκκλησίας. Η ομάδα διαθέτει ηλεκτρονική σελίδα, αλλά δεν επιτρέπει στους δημοσιογράφους να επισκεφτούν το κέντρο θρησκευτικής λατρείας που διαθέτει.

Όταν η Μπάρετ διορίστηκε για την ανάληψη των ομοσπονδιακών δικαστικών καθηκόντων της, το 2017, δεν αποκάλυψε τη συμμετοχή της στους «Ανθρώπους της Δόξας».

Οι επικριτές της εγείρουν ερωτήματα για το πώς μια δέσμευση σε μια θρησκευτική ομάδα (αναφέρεται στο καταστατικό η «δια βίου υπόσχεση αγάπης και αφοσίωσης στα μέλη της κοινότητας» που δεν αποτελεί όρκο αλλά «σημαντική προσωπική δέσμευση») μπορεί να επηρεάσει τη νομική φιλοσοφία της Μπάρετ.

Πρώην μέλη της ίδιας θρησκευτικής ομάδας την έχουν χαρακτηρίσει «μυστικιστική» και «αίρεση».

Τα επόμενα βήματα μέχρι τον διορισμό της

Ο Τραμπ θέλει να επικυρωθεί ο διορισμός της Μπάρετ πριν τις προεδρικές εκλογές της 3ης Νοεμβρίου. Αυτό αφήνει λίγο χρόνο στη Γερουσία να εκπληρώσει το ρόλο της και να επικυρώσει την νέα δικαστίνα στην ένατη θέση του Ανώτατου Δικαστηρίου. Τα επόμενα βήματα:

Άτυπες συνεδριάσεις στο Καπιτώλιο

Η Μπάρετ ήδη από την Τρίτη αναμένεται να ξεκινήσει άτυπες συναντήσεις με γερουσιαστές στο Καπιτώλιο, ξεκινώντας με τον ηγέτη της πλειοψηφίας των Ρεπουμπλικάνων στην Γερουσία Μιτς Μακόνελ.

Αυτή η διαδικασία προκάλεσε διαμάχη το 2017 όταν ο γερουσιαστής Ρίτσαρντ Μπλούμενταλ αποκάλυψε ότι ο τότε υποψήφιος του Τραμπ - σήμερα δικαστής Νιλ Γκόρσατ - χαρακτήρισε «αποκαρδιωτικά» επικριτικά σχόλια του Τραμπ για τη δικαστική εξουσία.

Η δράση μεταφέρεται στην Επιτροπή Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας

Η Επιτροπή Δικαστικών Υποθέσεων της Γερουσίας, υπό την προεδρία του στενού συμμάχου του Τραμπ, γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ, είναι επιφορτισμένη με τη διερεύνηση του ιστορικού και των προσόντων οποιουδήποτε/οποιασδήποτε υποψηφίου.

Η Μπάρετ θα απαντήσει σε ένα ερωτηματολόγιο σχετικά με το ιστορικό της, την επαγγελματική της σταδιοδρομία και τα οικονομικά της. Έπειτα ακολουθεί δημόσια ακρόαση και τέλος ψηφοφορία της Επιτροπής για να σταλεί η διαδικασία στην ολομέλεια της Γερουσίας.

Έρευνες FBI και ABA

Το Ομοσπονδιακό Γραφείο Ερευνών (FBI) θα ολοκληρώσει τη δική του έρευνα και θα κοινοποιήσει τα πορίσματά του στην Επιτροπή Δικαστικών Υποθέσεων. Ο Αμερικανικός Δικηγορικός Σύλλογος (ABA), ένας εθνικός σύλλογος ακομμάτιστων δικηγόρων, θα αξιολογήσει επίσης την υποψηφιότητα Μπάρετ και εάν έχει τα προσόντα για για την πλήρωση της έδρας του Ανώτατου Δικαστηρίου.

Δημόσιες ακροάσεις

Οι δημόσιες ακροάσεις της Επιτροπής Δικαστικών Υποθέσεων, οι οποίες διαρκούν αρκετές ημέρες, είναι ένα πολυαναμενόμενο γεγονός για κάθε υποψήφιο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, κατά τη διάρκεια του οποίου το κοινό ακούει τον/την υποψήφιο/α να απαντά σε ερωτήσεις γερουσιαστών, που συνήθως σχετίζονται με τη δικαστική φιλοσοφία και τις απόψεις του/της σε κοινωνικά ζητήματα όπως η άμβλωση.

Μετά την ανακοίνωση σήμερα της υποψηφιότητας Μπάρετ, ο πρόεδρος Τραμπ είπε πως οι ακροαματικές διαδικασίες πιθανότατα θα ξεκινήσουν στις 12 Οκτωβρίου.

Οι πρόσφατοι υποψήφιοι δεν αποκάλυψαν τις απόψεις τους σε αυτές τις ακροαματικές διαδικασίες. Οι γερουσιαστές κάνουν συχνά περαιτέρω ερωτήσεις που τίθενται γραπτώς στον/ην υποψήφιο/α.

Ψηφοφορία της Γερουσίας

Δεδομένου ότι οι Ρεπουμπλικάνοι της Γερουσίας το 2017 εξάλειψαν μια διαδικαστική τακτική συστηματικής παρακώλυσης, που χρησιμοποιείται συχνά από το κόμμα της μειοψηφίας, για να μπλοκάρει ή να καθυστερήσει μια ψηφοφορία (τακτική γνωστή με την ονομασία filibuster), μια απλή πλειοψηφία των 100 μελών πρέπει να ψηφίσει για την επικύρωση. Αυτό φαίνεται πιθανό δεδομένου ότι οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν πλειοψηφία 53-47 και μόνο δύο Ρεπουμπλικάνοι γερουσιαστές έχουν αντιταχθεί δημοσίως στην προσπάθεια Τραμπ να καλύψει την κενή θέση στο Ανώτατο Δικαστήριο μετά τον θάνατο της Ρουθ Μπέιντερ Γκίνσμπεργκ.

Ιστορικά, ο μέσος αριθμός ημερών από τον προεδρικό ορισμό υποψηφίου έως την τελική ψηφοφορία στη Γερουσία είναι περίπου 70, σύμφωνα με την Υπηρεσία Ερευνών του Κογκρέσου. Ωστόσο, ο χρόνος από τον διορισμό της Γκίνσμπεργκ έως την επικύρωση ήταν μόλις 42 ημέρες.

Με πληροφορίες από: Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, CNN, Forbes