Σχεδόν κανείς δεν έδωσε μεγάλη σημασία στη σύλληψη του Φελισιέν Καμπούγκα στα τέλη του περασμένου Μαΐου μετά από αναζήτηση και κυνήγι που διήρκησε περισσότερο από 25 χρόνια και η οποία πέρασε στα «ψιλά» των ειδήσεων.

Ο 84χρονος πλέον Καμπούγκα συνελήφθη στη γειτονιά Asnières-sur-Seine, σ’ ένα προάστιο του Παρισιού, αντιμετωπίζει κατηγορίες ότι έπαιξε κεντρικό ρόλο στη δολοφονία χιλιάδων μελών της φυλής Τούτσι και ότι συντόνισε τη φυλή Χούτου για τη γενοκτονία στη Ρουάντα το 1994.

Από την αρχή της γενοκτονίας στις 7 Απριλίου του 1994 μέχρι τα μέσα Ιουλίου του ίδιου έτους όταν και τέλειωσαν οι σφαγές, σκοτώθηκαν περίπου 800.000 άνθρωποι. Χιλιάδες άνθρωποι βασανίστηκαν, βιάστηκαν ή έπεσαν θύματα άλλης μορφής σεξουαλικής βίας.

Ο 84χρονος αναμένεται εντός του επόμενου χρόνου να βρεθεί ενώπιον του ειδικού δικαστηρίου του ΟΗΕ και εφόσον καταδικαστεί θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του στη φυλακή.

Η σύλληψη του Καμπούγκα έδωσε νέα ώθηση ώστε να εντοπιστούν και άλλοι φυγάδες, οι οποίοι θεωρείται ότι διαδραμάτισαν ένα σημαντικό ρόλο στη γενοκτονία.

Σύμφωνα με τον Σερζ Μπράμπετζ, εισαγγελέα του μηχανισμού για τα Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια του ΟΗΕ, «ο κόσμος πιστεύει ότι οι φυγάδες ζουν μέσα στην πολυτέλεια σε νησιά, αλλά ο Καμπούγκα ζούσε σ’ ένα διαμέρισμα, μ’ ένα υπνοδωμάτιο για χρόνια. Να τους βρούμε δεν είναι πυρηνική φυσική… Η δικαιοσύνη μπορεί να κινείται αργά, αλλά εάν υπάρχει πολιτική βούληση και αρκετές ερευνητικές πηγές στο τέλος επικρατεί».

Ποιος ήταν ο ρόλος του Καμπούγκα στη γενοκτονία και η σύλληψη

Ο Καμπούγκα γεννήθηκε σε μία επαρχία στη βόρεια Ρουάντα κοντά στα σύνορα με την Ουγκάντα και από το ταπεινό του ξεκίνημα, όπου πουλούσε τσιγάρα και μεταχειρισμένα ρούχα, δημιούργησε μία ταχέως αναπτυσσόμενη επιχείρηση, η οποία πουλούσε διάφορα είδη όπως αλάτι, ζάχαρη και τσάι προτού μεταφερθεί στην πρωτεύουσα Κιγκάλι.

Εκεί κατάφερε να καθιερωθεί ως ένα από τα μελή της πολιτικής και εμπορικής ελίτ της χώρας μετά από τον γάμο του με την κόρη ενός από τους γιους του στρατηγού Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα που ανέβηκε στην εξουσία με το πραξικόπημα του 1973.

Οι κατηγορίες που τον βαραίνουν είναι  ότι διέθεσε χρήματα ώστε οι πολιτοφυλακές που διέπραξαν εκατοντάδες χιλιάδες δολοφονίες να εξοπλιστούν με ματσέτες και στολές, καθώς και οχήματα τα οποία μετέφεραν τους Τούτσι σε συγκεκριμένες τοποθεσίες για εκτέλεση.

Επιπλέον ήταν συνιδιοκτήτης στον πρώτο ιδιωτικό ραδιοφωνικό σταθμό στη χώρα, τον RTLM, ο οποίος μετέδιδε μηνύματα ρητορικής μίσους, ένα εκ των οποίων ενθάρρυνε τις συμμορίες να «πιάσουν δουλειά» γιατί οι «ομαδικοί τάφοι είχαν γεμίσει μόνο κατά το ήμισυ» και έδινε οδηγίες σε φανατικούς για το πού θα βρουν τους Τούτσι για να τους σκοτώσουν. 

Μάλιστα ο Καμπούγκα εκτός από πρόεδρος του RTLM είχε και την ευθύνη όλου του προγράμματος.

Παιδιά γύρω από δεκάδες ματσέτες που βρίσκονται στο έδαφος

Ο Καμπούγκα έφυγε από τη Ρουάντα στον απόηχο της γενοκτονίας, αναζητώντας άσυλο στην Ελβετία, ωστόσο μόλις αναγνωρίστηκε η αίτηση του απορρίφθηκε και οι αρχές τον απέλασαν. Στη συνέχεια επέστρεψε στην Αφρική, μετέβη στο τότε Ζαΐρ (σήμερα Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό) και τελικά κατέληξε στην Κένυα όπου υποστήριξε ισχυρούς πολιτικούς και διέφυγε επανειλημμένως τη σύλληψη.

Περίπου στο 2007 ο Καμπούγκα επέστρεψε στην Ευρώπη, οπότε και οι αρχές έχασαν τα ίχνη του όταν αναζήτησε θεραπεία στη Γερμανία. Οι γερμανικές αρχές βρήκαν τα στοιχεία αφού συνέλαβαν τον γαμπρό του Καμπούγκα, Αγκουστίν Νγκιραμποατουάρε, ο οποίος έχει πλέον καταδικαστεί για συμμετοχή στην πρόκληση της γενοκτονίας. Τα τελευταία χρόνια ο Καμπούγκα διέμενε σε διάφορα ταπεινά σπίτια στο Παρίσι με την ταυτότητα του να παραμένει άγνωστη, παρά το γεγονός ότι είχε επικηρυχθεί από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ έναντι 5.000.000 δολαρίων και συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους πιο διαβόητους καταζητούμενους ανά τον κόσμο.

Ωστόσο οι αρχές πλέον βρίσκονταν κοντά στα ίχνη του και ο Μπράμπετζ χρησιμοποίησε νέα τεχνολογία για να παρακολουθεί τις κινήσεις, τις επικοινωνίες και τα οικονομικά συγγενών του Καμπούγκα, καθώς παρείχαν στον καταζητούμενο ένα πολύ ουσιαστικό δίκτυο υποστήριξης.

«Παρακολουθούσαμε τις κινήσεις και τα τηλέφωνα 15 συγγενών. Διαπιστώσαμε ότι όλες οι κλήσεις συνδέονταν μ’ έναν πύργο κινητής τηλεφωνίας στο Παρίσι. Έτσι κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκεί ήταν το μέρος που κρυβόταν ο Καμπούγκα», είπε ο Μπράμπετζ, ο οποίος έγινε εισαγγελέας στο Δικαστήριο του ΟΗΕ το 2016 μετά τον επιτυχή εντοπισμό των εγκληματιών πολέμου, Ράτκο Μλάντιτς και Ράντοβαν Κάρατζιτς.

Το lockdown που επιβλήθηκε στη Γαλλία στο πλαίσιο των μέτρων για την αντιμετώπιση του κορονοϊού, σήμαινε ότι η νέα ομάδα που δημιουργήθηκε με αντικείμενο ερευνών τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, θα μπορούσε να διαθέσει περισσότερους πόρους στην ανεύρεση του Καμπούγκα, ενώ ταυτόχρονα θα μείωνε και την πιθανότητα ο καταζητούμενος να μπορέσει να διαφύγει προτού οργανωθεί μία αστυνομική έφοδος.

Παρόλο που η παρακολούθηση κατά τα τελικά της στάδια έγινε δυσκολότερη εξαιτίας των άδειων δρόμων, η έφοδος ήταν επιτυχημένη. Οι αστυνομικοί και οι εισαγγελείς έσπασαν την πόρτα του διαμερίσματος, ταυτοποίησαν τον Καμπούγκα με τεστ DNA και τον συνέλαβαν.

Οι 100 μέρες της σφαγής

Περίπου το 85% των κατοίκων της Ρουάντα ανήκει στη φυλή Χούτου, οι υπόλοιποι ανήκουν στη φυλή Τούτσι, ενώ ένα μέρος ανήκει στη φυλή Τούα, μία ομάδα γηγενών Πυγμαίων.

Από το 1897 μέχρι το 1916 η Ρουάντα ήταν αποικία της Γερμανικής Αυτοκρατορίας στην ανατολική Αφρική, ενώ μετά το τέλος του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και με τη διαμεσολάβηση της Κοινωνίας των Εθνών, το Βέλγιο ανέλαβε το ρόλο του θεματοφύλακα, όπως και στο γειτονικό Μπουρούντι. Κατά τη διάρκεια της αποικιακής περιόδου αλλά και της διακυβέρνησης των Βέλγων, οι Τούτσι ευνοήθηκαν έναντι των Χούτου, κάτι που ενέτεινε το αίσθημα της εύνοιας των λίγων έναντι των πολλών και δημιούργησε εντάσεις πολύ προτού η χώρα κερδίσει την ανεξαρτησία της.

Η ένταση ανάμεσα στις φυλές στη Ρουάντα δεν ήταν κάτι καινούριο, πάντα υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στους Χούτου και τους Τούτσι, ωστόσο η εχθρότητα ανέβηκε σημαντικά κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας.

Οι δύο εθνοτικές ομάδες έχουν πολλές ομοιότητες μιλούν την ίδια γλώσσα, κατοικούν στις ίδιες περιοχές και έχουν παρόμοιες παραδόσεις. Οι Τούτσι όμως εμφανισιακά είναι πιο ψηλοί και λεπτοί από τους Χούτου με κάποιους να υποστηρίζουν ότι οι ρίζες τους είναι από την Αιθιοπία.

Μάλιστα οι σοροί κάποιων Τούτσι κατά τη διάρκεια της γενοκτονίας πετάχτηκαν σε ποτάμια, με τους δολοφόνους να λένε ότι έτσι «θα επιστρέψουν στην Αιθιοπία».

Και πριν την αποικιοκρατική περίοδο κατά τη διάρκεια της ύπαρξης του Βασιλείου της Ρουάντα υπήρχε ο διαχωρισμός ανάμεσα σε Τουτσι και Χούτου, όμως περισσότερο για να δηλώνει τη γενεαλογική καταγωγή παρά την εθνικότητα.

Το 1935, τη χρονιά που γεννήθηκε και ο Καμπούγκα, η βελγική αποικιακή διοίκηση, εισήγαγε ταυτότητες, οι οποίες ανέγραφαν τη φυλή στην οποία άνηκε ο κάθε κάτοικος, Χούτου, Τούτσι ή Τούα.

Το 1959 οι Χούτου ανέτρεψαν τη μοναρχία των Τούτσι και ανακήρυξαν τη χώρα δημοκρατία. Περίπου 330.000 Τούτσι αναγκάστηκαν σε φυγή σε γειτονικά κράτη όπως η Ουγκάντα. Το 1962 και υπό την πίεση του ΟΗΕ, το Βέλγιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία της Ρουάντα.

Η χώρα συνέχισε να έχει εμφύλιες συγκρούσεις μέχρι το 1973 όταν ανέβηκε στην εξουσία μετά από πραξικόπημα μία ομάδα στρατιωτών και ο μετριοπαθής Χούτου, στρατηγός Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα ανακηρύχτηκε πρόεδρος.

Μία ομάδα εξόριστων Τούτσι δημιούργησε το επαναστατικό Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα (RPF), αρχηγός του οποίου ήταν ο νυν πρόεδρος της χώρας Πολ Καγκάμε, το οποίο εισέβαλε στη Ρουάντα το 1990, όταν και άρχισε ένας εμφύλιος πόλεμος που κράτησε μέχρι το 1993, οπότε και επετεύχθη μία συμφωνία ειρήνης, ανάμεσα στον Χαμπιαριμάνα και το RPF, για μία μεταβατική κυβέρνηση που θα περιελάμβανε και το τελευταίο, μία κίνηση που εξαγρίωσε τους φανατικούς Χούτου.

Η έναρξη της γενοκτονίας

Στις 6 Απριλίου του 1994 το αεροπλάνο στο οποίο επέβαιναν ο πρόεδρος της Ρουάντα, Ζουβενάλ Χαμπιαριμάνα και ο ομόλογός του, του Μπουρούντι, Σιπριάν Νταριαμιρά, κατερρίφθη και σκοτώθηκαν όλοι οι επιβαίνοντες.

Φανατικοί από τη φυλή Χούτου κατηγόρησαν το RPF για την κατάρριψη του αεροπλάνου και ξεκίνησε μία καλά οργανωμένη επιχείρηση σφαγής.

Από την άλλη πλευρά το RPF, υποστήριξε ότι το αεροπλάνο το κατέρριψαν Χούτου για να δικαιολογήσουν τη γενοκτονία.

Σύμφωνα με το BBC, ένας Γάλλος δικαστής κατηγόρησε τον Πολ Καγκάμε για την επίθεση.

Ο ίδιος ο Καγκάμε το έχει αρνηθεί, υποστηρίζοντας ότι ήταν ενέργεια εξτρεμιστών Χούτου ώστε να έχουν ένα πρόσχημα στο καλά οργανωμένο σχέδιο τους να εξαλείψουν τη φυλή Τούτσι. Οι ένοχοι της κατάρριψης του αεροπλάνου δεν έχουν βρεθεί ακόμα.

Στην πρωτεύουσα Κιγκάλι η προεδρική φρουρά ξεκίνησε αμέσως τα αντίποινα σκοτώνοντας πολιτικούς αντιπάλους, Τούτσι και μετριοπαθείς Χούτου, ενώ μέσα σε λίγες ώρες οι σφαγές επεκτάθηκαν σε όλη τη χώρα.

Μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις δίνονταν στους εκτελεστές κίνητρα όπως χρήματα ή φαγητό.

Με σχολαστική ακρίβεια μία λίστα κυβερνητικών αντιπάλων εκτελέστηκαν μαζί με τις οικογένειες τους από πολιτοφυλακές. Γείτονες σκότωσαν γείτονες και μερικοί δολοφόνησαν τις γυναίκες τους επειδή άνηκαν στη φυλή Τούτσι, ισχυριζόμενοι ότι αν δεν έκαναν κάτι τέτοιο, θα σκότωναν τους ίδιους.

Εκείνη την εποχή οι ταυτότητες ανέγραφαν τη φυλή στην οποία ανήκε ο καθένας, έτσι οι πολιτοφυλακές έστησαν οδοφράγματα εκτελώντας με ματσέτες όποιον Τούτσι έβρισκαν στον δρόμο.

Επιπλέον χιλιάδες γυναίκες Τούτσι συνελήφθηκαν και κρατήθηκαν σαν σκλάβες του σεξ.

Το τότε κυβερνών κόμμα το Εθνικό Ρεπουμπλικανικό Κόμμα για τη Δημοκρατία (MRND) είχε ένα νεανικό κομμάτι, τους Ιντεραχάμουε (εκείνοι οι οποίοι επιτίθενται μαζί), οι οποίοι μετατράπηκαν σε πολιτοφυλακή και μαζί με τους Ιμπουζαμουγκάμπι (εκείνοι που έχουν τον ίδιο στόχο) εκτέλεσαν σε μεγάλο βαθμό τη γενοκτονία.

Τα όπλα καθώς και οι «λίστες των στόχων» μοιράστηκαν από τοπικές οργανώσεις που ήξεραν που ακριβώς θα βρεθούν οι στόχοι.

Οστά θυμάτων σε εκκλησία

Ο ραδιοφωνικός σταθμός το «κλειδί» για το εύρος της γενοκτονίας

Οι εξτρεμιστές Χούτου μάλιστα δημιούργησαν και ραδιοφωνικό σταθμό, τον RTLM και κυκλοφόρησαν εφημερίδες, οι οποίες ενθάρρυναν την προπαγάνδα και τη ρητορική του μίσους, προτρέποντας τους ανθρώπους «να βγάλουν τις κατσαρίδες από τα αγριόχορτα», εννοώντας τους Τούτσι.

Ονόματα εξεχόντων ανθρώπων οι οποίοι σφαγιάστηκαν διαβάστηκαν στο ραδιόφωνο, ενώ ιερείς και καλόγριες κατηγορήθηκαν για δολοφονίες ακόμα και ανθρώπων που αναζήτησαν καταφύγιο στην εκκλησία.

Τον ρόλο του ραδιοφωνικού σταθμού στο εύρος που πήρε η γενοκτονία περιέγραψε ο Στέφεν Ραπ, πρώην επικεφαλής εισαγγελέας για τα Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια του ΟΗΕ, ο οποίος είχε προσαγάγει τους πρώην συνεργάτες του Καμπούγκα στον RTLM, Φερντινάντ Ναχιμάνα και Ζαν-Μποσκό Μπαραγιαγκβίζα το 2003:

«Είμαι από αυτούς που πιστεύουν ότι ο RTLM ήταν το κλειδί για το εύρος που έλαβε η γενοκτονία. Δεν θα υπήρχαν σκοτωμοί σε κάθε πόλη, κοινότητα και χωριό εάν δεν υπήρχε η υποστήριξη του ραδιοφωνικού σταθμού σ’ αυτή την επιχείρηση».

Κατά τη διάρκεια των 100 ημερών της σφαγής, περίπου 800.000 Τούτσι και μετριοπαθείς Χούτου σκοτώθηκαν.

Προσπάθησε κανείς να σταματήσει την αιματοχυσία;

Ο ΟΗΕ και το Βέλγιο είχαν στρατεύματα στη χώρα, ωστόσο στις δυνάμεις του ΟΗΕ δεν δόθηκε ποτέ εντολή για να σταματήσει τη σφαγή.

Τα γεγονότα συνέβησαν ένα χρόνο αφότου Αμερικανοί στρατιώτες σκοτώθηκαν στη Σομαλία, έτσι οι ΗΠΑ δεν θέλησαν να ανακατευτούν σε άλλη αφρικανική σύγκρουση. Οι Βέλγοι και οι ειρηνευτικές δυνάμεις του ΟΗΕ αποσύρθηκαν αφότου 10 Βέλγοι στρατιώτες σκοτώθηκαν και έλαβαν εντολή να προστατέψουν τους εαυτούς τους. Οι Γάλλοι, οι οποίοι ήταν σύμμαχοι της κυβέρνησης των Χούτου, έστειλαν μία ειδική ομάδα για να βοηθήσει τους Γάλλους πολίτες να εγκαταλείψουν τη χώρα και δημιούργησε μία υποτιθέμενη ζώνη ασφαλείας, ωστόσο κατηγορήθηκαν αργότερα ότι δεν έκαναν αρκετά για να σταματήσουν τις σφαγές στην περιοχή.

Ο νυν πρόεδρος της Ρουάντα, Πολ Καγκάμε κατηγόρησε τους Γάλλους ότι υποστήριξαν αυτούς που πραγματοποίησαν τη σφαγή, μία κατηγορία την οποία αρνήθηκε το Παρίσι.

Το καλά οργανωμένο Πατριωτικό Μετώπο της Ρουάντα (RPF) σταδιακά απέκτησε τον έλεγχο περισσότερων περιοχών μέχρι τις 4 Ιουλίου του 1994, όταν προέλασε μέχρι και την πρωτεύουσα της χώρας, το Κιγκάλι.

Αρχικά δημιουργήθηκε μία κυβέρνηση που περιελάμβανε και τις δύο κοινότητες με πρόεδρο τον Χούτου, Παστέρ Μπιζιμούνγκου και αντιπρόεδρο τον Πολ Καγκάμε. Όμως στην πορεία η συνεργασία δεν απέδωσε και ο Μπιζιμούνγκου συνελήφθη με τον Καγκάμε να γίνεται πρόεδρος.

Οστά θυμάτων σε εκκλησία

Περίπου 2.000.000 Χούτου και  πολίτες αλλά και κάποιοι που συμμετείχαν στη γενοκτονία έφυγαν από τη Ρουάντα προς τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, που τότε ονομαζόταν Ζαΐρ, ενώ κάποιοι άλλοι πήγαν στις επίσης γειτονικές χώρες, Τανζανία και Μπουρούντι, φοβούμενοι για αντίποινα.

Οργανώσεις υπέρ των ανθρωπινών δικαιωμάτων  κατηγόρησαν το RPF ότι σκότωσε χιλιάδες Χούτου μόλις ανέλαβε την εξουσία και ακόμα περισσότερους όταν πήγε στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καταδιώκοντας τους Ιντεραχάμουε, κάτι που το Πατριωτικό Μέτωπο της Ρουάντα έχει αρνηθεί.

Παρόλο όμως που το αιματοκύλισμα στη Ρουάντα έχει σταματήσει, η παρουσία πολιτοφυλακών Χούτου στα σύνορα με τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έχει οδηγήσει σε δύο εισβολές από τη Ρουάντα και στο θάνατο εκατομμυρίων ανθρώπων. Ταυτόχρονα οι Τούτσι που ζουν στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, αρνούνται να καταθέσουν τα όπλα καθώς πιστεύουν ότι η φυλή τους βρίσκεται σε κίνδυνο.

Έχει αντιμετωπίσει κάποιος τη δικαιοσύνη;

Με τη σύλληψη του Καμπούγκα και την επιβεβαίωση του θανάτου, του πρώην υπουργού Εθνικής Άμυνας, Ογκουστίν Μπιζιμάνα, οι αρχές ανακοίνωσαν ότι έχουν απαγγελθεί κατηγορίες από το δικαστήριο στους δύο από τους τρεις βασικότερους καταζητούμενους.

Ο Ογκουστίν Μπιζιμάνα, πρώην υπουργός Άμυνας της χώρας, σε βάρος του οποίου είχαν απαγγελθεί 13 κατηγορίες, περιλαμβανομένης της γενοκτονίας, του φόνου και του βιασμού, φέρεται να έχει πεθάνει στο Πουάντ Νουάρ, στη ΛΔ του Κονγκό, το 2000. Τα λείψανά του ταυτοποιήθηκαν με έλεγχο DNA.

«Ο Μπιζιμάνα φέρεται να ήταν υπεύθυνος για τις δολοφονίες της πρώην πρωθυπουργού Αγκάτ Ουουιλινγκιγιμάνα και δέκα Βέλγων μελών της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ, καθώς και για τη δολοφονία αμάχων Τούτσι», σε πέντε περιφέρειες της Ρουάντα, ανέφερε σε μια ανακοίνωση ο Μπράμετζ.

Πλέον στην κορυφή της λίστας των καταζητούμενων είναι ο Προτάις Μπιράνια, ο οποίος ήταν διοικητής της προεδρικής φρουράς της Ρουάντα το 1994.

Το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ δημιούργησε το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την εκδίκαση παραβιάσεων του Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου στο έδαφος της Ρουάντα (ICTR), στην πόλη Αρούσα της Τανζανίας, για να θέσει ενώπιον της δικαιοσύνης τους εγκεφάλους της γενοκτονίας.

Μετά από μακροχρόνιες δίκες συνολικά απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε 93 ανθρώπους, δεκάδες εκ των οποίων ανώτεροι αξιωματούχοι του προηγούμενου καθεστώτος, όλοι τους Χούτου. Για τη γενοκτονία 61 άτομα έχουν καταδικαστεί και φυλακιστεί και 14 έχουν αθωωθεί.

Τελικά η λειτουργία του ανεστάλη στις 31 Δεκεμβρίου του 2015.

Ωστόσο το συγκεκριμένο δικαστήριο έγινε αντικείμενο έντονης κριτικής για αναποτελεσματικότητα και για τις δαπάνες του (ξόδεψε δύο δισεκατομμύρια από το 1994 μέχρι το 2014), καθώς και για την αργοπορία στις διαδικασίες του.

Σοροί που κείτονται μπροστά από εκκλησία

Μετά το κλείσιμο του ICTR, Μηχανισμός για τα Διεθνή Ποινικά Δικαστήρια (IRMCT), δημιουργήθηκε το 2010 και διατάχθηκε να συλλάβει και να φέρει ενώπιον της δικαιοσύνης τους εννιά εναπομείναντες υψηλόβαθμους καταζητούμενους για τους οποίους υπάρχουν ακόμα εντάλματα σύλληψης.

Στη Ρουάντα οι διάφορες κοινότητες έστησαν δικαστήρια, γνωστά ως γκατσάτσα για να επιταχυνθούν οι διαδικασίες. Υπολογίζεται ότι περίπου 10.000 άνθρωποι πέθαναν στη φυλακή πριν βρεθούν ενώπιον της δικαιοσύνης.

Για μία δεκαετία 12.000 δικαστήρια γκατσάτσα συνεδρίαζαν μία φορά την εβδομάδα σε υπαίθριους δημόσιους χώρους ακόμα και κάτω από δέντρα εκδικάζοντας περισσότερες από 1.2 εκατομμύρια υποθέσεις.

Ο ΟΗΕ έχει αξιόπιστα στοιχεία για το πού βρίσκονται οι φυγάδες

Τον περασμένο χρόνο ο Μπράμπετζ ενημέρωσε το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ότι είχε «αξιόπιστα στοιχεία» για το πού βρίσκονται οι βασικοί φυγάδες και εξέφρασε τη λύπη του για την μακροχρόνια αδράνεια της Νοτίου Αφρικής να εκδώσει ένα ένταλμα σύλληψης για έναν εξ αυτών, που σύμφωνα με τα τοπικά ΜΜΕ ήταν ο Μπιράνια.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι μένει κυρίως σε χώρες της νότιας Αφρικής και ταξιδεύει μεταξύ Ζιμπάμπουε, Νότιας Αφρικής και Κονγκό.

«Το γραφείο μου βρίσκει πολύτιμες πληροφορίες και στοιχεία: τηλεφωνικούς αριθμούς, τόπους κατοικίας, έγγραφα αναγνώρισης, ταξιδιωτικές πληροφορίες και άλλα. Έχουμε υποβάλλει πολυάριθμες αιτήσεις για βοήθεια, ειδικά σε χώρες στην ανατολική και νότια Αφρική, για να βοηθήσουν πάνω σ’ αυτά τα στοιχεία και τα οποία μένουν αναπάντητα για περισσότερο από ένα χρόνο», δήλωσε ο εισαγγελέας του ΟΗΕ

Ένα πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι αρχές είναι ότι οι καταζητούμενοι συχνά χρησιμοποιούν αυθεντικά ταξιδιωτικά έγγραφα, τα οποία όμως έχουν ψεύτικα ονόματα. Οι αρχές τώρα προσπαθούν να καθορίσουν τα κίνητρα εκείνων οι οποίοι παρείχαν τα περισσότερα από 20 διαβατήρια, τα οποία χρησιμοποίησε ο Καμπούγκα, τα χρόνια τα οποία ζούσε κυνηγημένος. Αυτά μπορεί να τα έχουν αποκτήσει με λάδωμα ή να δόθηκαν μετά από διαταγές ισχυρών προσώπων, τα οποία ήθελαν ο κατηγορούμενος να μείνει κρυμμένος και να μην μιλήσει. Ο Καμπούγκα κατά τη διάρκεια της σύλληψης του είχε διαβατήριο από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, ενώ κατά τη νοσηλεία του στη Φρανκφούρτη, τα χαρτιά του ήταν από την Τανζανία.

Άλλο πρόβλημα είναι η συνεργασία των χωρών, το οποίο πολλές φορές είναι πολιτικό, ενώ άλλο είναι η γραφειοκρατία, καθώς παρόλο που το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει εντάλματα σύλληψης για τους καταζητούμενους, δεν έχει τη δυνατότητα συλλήψεων και χρειάζεται τη συνεργασία των τοπικών αρχών.

Ιστορικά το δικαστήριο πρέπει από την έδρα του στην Αρούσα να μεταβιβάσει το αίτημα του για βοήθεια στην πρεσβεία της κατάλληλης χώρας στην πρωτεύουσα της Τανζανίας.

«Χρειάζονται μήνες μέχρι να μεταφερθεί το αίτημα στο υπουργείο Εξωτερικών, από εκεί στο υπουργείο Δικαιοσύνης της χώρας και εν συνεχεία στην αστυνομία», ανέφερε ο Ραπ και θυμάται σε μία περίπτωση η γαλλική αστυνομία ξεκίνησε παρακολούθηση για έναν ύποπτο για τη γενοκτονία, τέσσερις μήνες αφότου το ζήτησε.

Θύματα της γενοκτονίας στη Ρουάντα

Τον Σεπτέμβριο το γαλλικό ανώτατο δικαστήριο, απέρριψε την έφεση του Καμπούγκα κατά της έκδοσής του. Αυτό σημαίνει ότι θα μεταφερθεί υπό κράτηση στο δικαστήριο του ΟΗΕ, το οποίο βρίσκεται στη Χάγη της Ολλανδίας και στην Αρούσα της Τανζανίας.

Τον Οκτώβριο, οι δικαστές αποφάσισαν να κρατηθεί σε μονάδα στη Χάγη και να βρεθεί για μία αρχική ακρόαση ενώπιον του δικαστηρίου για τα εγκλήματα πολέμου που έχει διαπράξει.

Στην κατάθεση του 11 μέρες μετά τη σύλληψή του ο Καμπούγκα, αρνήθηκε όλες τις κατηγορίες που του αποδίδονται: «Δεν έκανα τίποτα κακό. Αυτά είναι ψέματα. Ποτέ δεν σκότωσα έναν Τούτσι».

Ποια είναι η κατάσταση σήμερα

Ο πρόεδρος Καγκάμε θεωρείται ότι αναμόρφωσε τη μικρή και κατεστραμμένη χώρα μέσω πολιτικών που είχαν στόχο την οικονομική ανάπτυξη και τη μετατροπή της Ρουάντα σε τεχνολογικό κέντρο.

Οι επικριτές του αναφέρουν ότι δεν επιδέχεται διαφωνίες και αρκετοί πολιτικοί του αντίπαλοι τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό έχουν πεθάνει «ανεξήγητα».

Πολ Καγκάμε

Η γενοκτονία παραμένει ακόμα ένα πολύ ευαίσθητο ζήτημα και είναι παράνομο να μιλάς σχετικά με τη φυλή στη χώρα. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι αυτό συμβαίνει για να αποτραπεί η ρητορική του μίσους και ένα νέο αιματοκύλισμα.

Ο Πολ Καγκάμε κέρδισε την τρίτη του θητεία το 2017 με το 98.63% των ψήφων.

Πηγές: Guardian, BBC, Financial TimesAmnesty International, History, Human Rights Watch

Διαβάστε Ακόμα:

«Ψάχνει» τον ρόλο της Γαλλίας στη γενοκτονία της Ρουάντα ο Μακρόν

Πάπας Φραγκίσκος: Συγγνώμη για τις «αμαρτίες» της Εκκλησίας στη γενοκτονία της Ρουάντα