Σύμφωνα με άρθρο του αυτοεξορίστου στη Σουηδία, Τούρκου δημοσιογράφου, Αμντουλάχ Μποζκούρτ, στο Nordicmonitor, ο Τούρκος πρόεδρος ανησυχεί για πιθανές έρευνες προς το πρόσωπό του ή προς μέλη της οικογένειας του για συνδέσεις με τον Ιρανό έμπορο χρυσού Ρεζά Ζαράμπ, ο οποίος δωροδοκούσε Τούρκους αξιωματούχους της κυβέρνησης μέσω ενός συστήματος για ξέπλυμα χρήματος για παράκαμψη των κυρώσεων των ΗΠΑ απέναντι στο Ιράν.

Πηγές από την Άγκυρα, ανέφεραν ότιο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, μέχρι τώρα κατάφερνε να περιορίζει την υπόθεση και απέτρεπε αυτή να αγγίξει μέλη της οικογένειας του, όπως η σύζυγός του, Εμινέ, ο γιος του Μπιλάλ και ο γαμπρός του Μπεράτ Αλμπαϊράκ. Ωστόσο πλέον ανησυχεί ότι η νέα ηγεσία των ΗΠΑ μετά την εκλογή του Τζο Μπάιντεν μπορεί να μην είναι δεκτική στις πολιτικές πιέσεις που θα ασκήσει προκειμένου να σταματήσει την έρευνα σχετικά με τις εμπορικές συναλλαγές του Ζαράμπ.

Ο ομοσπονδιακός εισαγγελέας των ΗΠΑ έχει ασκήσει δίωξη στον Ζαράμπ για απάτη, ξέπλυμα χρήματος και για αποφυγή των κυρώσεων των ΗΠΑ σε βάρος του Ιράν. Ωστόσο αργότερα έγινε μάρτυρας της υπόθεσης και μάλιστα ενέπλεξε στην υπόθεση και τη γυναίκα του Τούρκου προέδρου, καθώς παρέδωσε έγγραφα, τα οποία επιβεβαιώνουν ότι έστελνε εκατομμύρια δολάρια σε μία φιλανθρωπική οργάνωση, την οποία ίδρυσε η Εμινέ Ερντογάν.

Οι αποκαλύψεις έγιναν από τον Μπέντζαμιν Μπράφμαν, δικηγόρο του Ζαράμπ, ο οποίος στις 19 Μαΐου 2016 δήλωσε ότι ο πελάτης του ήταν φιλάνθρωπος και δώρισε 4.6 εκατομμύρια δολάρια στην τουρκική φιλανθρωπική οργάνωση Togem-Der, η οποία ιδρύθηκε από την πρώτη κυρία της Τουρκίας. Σύμφωνα με τον δικηγόρο, ο Ζαράμπ δώρισε περίπου 850.000 δολάρια το 2013, ένα εκατομμύριο το 2014 και 2,3 εκατομμύρια το 2016.

Το πρόβλημα είναι ότι το ίδρυμα δεν ανέφερε ποτέ τις δωρεές στον φάκελο με τα έσοδά του, κάτι που σύμφωνα με το άρθρο υπονοεί ότι πιθανότατα πρόκειται για δωροδοκία ώστε να βοηθηθεί ο Ζαράμπ να χρησιμοποιήσει τις τουρκικές τράπεζες για ξέπλυμα χρήματος και να εξασφαλίσει την εύνοια της κυβέρνησης και να συνεχίσει το παράνομο εμπόριο και τη μεταφορά χρυσού για λογαριασμό του Ιράν.

Ο Πριν Μπαράρα, πρώην εισαγγελέας στην περιφέρεια της νοτίου Νέας Υόρκης, ο οποίος άσκησε δίωξη στον Ζαράμπ και στoν ανώτερο αξιωματούχο της τουρκικής κρατικής τράπεζας Hank Bank, Μεχμέτ Χακάν Ατίλα για ένα σύστημα, το οποίο παρέκαμπτε τις κυρώσεις των ΗΠΑ στο Ιράν, έφερε ως παράδειγμα τις σχέσεις του Ζαράμπ με την Εμινέ για το πώς ο έμπορος χρυσού είχε επιρροή εντός της τουρκικής κυβέρνησης.

Μετά την έκθεση που υπέστη, η οικογένεια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έκλεισε τον ιστότοπο της Togem-Der και κατέβασε το περιεχόμενο που πιθανώς θα μπορούσε να πλήξει την οικογένεια. Επιπλέον ξεκίνησε μία διαδικασία για αλλαγή ονόματος σε μία προσπάθεια να υπάρξει μία απόσταση ανάμεσα στο ίδρυμα και την υπόθεση στις ΗΠΑ.

Οι δωρεές προς το Togem-Der ανακαλύφθηκαν επίσης από την τουρκική αστυνομία σε μία έρευνα που έγινε γνωστή τον Δεκέμβριο του 2013. Ο Ζαράμπ ήταν ένας από τους κύριους υπόπτους στην υπόθεση και αποκαλύφθηκε ότι είχε δωροδοκήσει με εκατομμύρια δολάρια Τούρκους υπουργούς για διευκόλυνση του συστήματος για ξέπλυμα χρήματος και για κυβερνητική εύνοια. Οι ερευνητές στον χρόνο που είχαν στη διάθεσή τους δεν κατάφεραν να εξακριβώσουν το σκοπό για τον οποίο έγιναν οι δωρεές στο Togem-Der, αφού στη συνέχεια παρενέβη ο Ερντογάν απολύοντας τον γενικό εισαγγελέα και τους αρχηγούς της αστυνομίας.

Ένα άλλο ίδρυμα το TÜRGEV, το οποίο ιδρύθηκε από τον γιο του Ερντογάν, Μπιλάλ, επίσης εμπλέκεται στο σύστημα των διεφθαρμένων συναλλαγών του Ζαράμπ. Ο Χουσεΐν Κορκμάζ, ένας από ερευνητές που εργάστηκαν πάνω στον φάκελο του Ζαράμπ στην Τουρκία, κατέθεσε στο πρωτοδικείο των ΗΠΑ το 2017 ότι ο Ζαφέρ Τσαλαγιάν, πρώην υπουργός Οικονομικών της Τουρκίας, ο οποίο έχει κατηγορηθεί από τις ΗΠΑ, συνάντησε τον Ζαράμπ στις 14 Ιουλίου του 2013 για να συζητήσουν τη μεταφορά των χρημάτων προς το TÜRGEV του Μπιλάλ Ερντογάν και για τη συνέχιση του εμπορίου χρυσού με το Ιράν, ενώ είχε ξεκινήσει ήδη η εφαρμογή των αμερικανικών κυρώσεων.

Μετά από συμφωνία με τους ομοσπονδιακούς εισαγγελείς ο Ζαράμπ παρείχε στοιχεία για το πώς δωροδοκούσε Τούρκους αξιωματούχους, συμπεριλαμβανομένου του Τσαλαγιάν και κατέθεσε σχετικά με τις δωρεές προς τα ιδρύματα της οικογένειας Ερντογάν αλλά και για το σύστημα ξεπλύματος χρήματος μέσω της Τουρκίας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρείχε ο μάρτυρας πλέον της υπόθεσης Ζαράμπ, στο συγκεκριμένη σύστημα δεν συμπεριλαμβάνεται μόνο η Halkbank αλλά επίσης και οι τράπεζες Ziraat και Vakıf.

«Αυτό που λέω είναι ότι ο τότε πρωθυπουργός, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν και ο τότε υπουργός Οικονομικών, Αλί Μπαμπατζάν είχαν δώσει οδηγίες και εντολές σ’ αυτές για την έναρξη της συναλλαγής. Όταν λέω αυτές εννοώ τις τράπεζες», δήλωσε στην κατάθεσή του ενώπιον του δικαστηρίου της Νέας Υόρκης ο Ζαράμπ. Μάλιστα με αυτή την καταθέσει ισχυρίστηκε ότι ο Τούρκος πρόεδρος έδωσε το «πράσινο φως» για ξέπλυμα χρήματος και παράνομο εμπόριο με το Ιράν μέσω της τουρκικής επικράτειας και τουρκικών ιδρυμάτων.

Τον Δεκέμβριο του 2017 ο Ζαράμπ πήγε ένα βήμα παραπέρα στους ισχυρισμούς του, υποστηρίζοντας, ότι το 2014 ο πρόεδρος Ερντογάν τον διέταξε προσωπικά να συνεχίσει το σχέδιο ξεπλύματος δισεκατομμυρίων δολαρίων σε ιρανικό πετρέλαιο παρακάμπτοντας τις κυρώσεις των ΗΠΑ, λίγο καιρό αφότου είχε σταματήσει η αστυνομική έρευνα για το ζήτημα.

Ένα άλλο μέλος της οικογένειας ο γαμπρός του Ερντογάν, Μπεράτ Αλαμπϊράκ, επίσης εμπλέκεται την υπόθεση Ζαράμπ, ως ο άνθρωπος ο οποίος διευκόλυνε αυτό το σύστημα παράκαμψης των κυρώσεων των ΗΠΑ στο Ιράν. Ο Αλμπαϊράκ βοήθησε τον Ζαράμπ ν’ αξιοποιήσει τον ιδιωτικό δανεισμό της τράπεζας Aktif Bank σε ανταλλαγές χρημάτων για λογαριασμό του Ιράν. Εκείνη την περίοδο δεν ήταν μέλος της κυβέρνησης και εργαζόταν για τον όμιλο Çalık Holding, στον οποίο άνηκε η τράπεζα. Στη συνέχεια ο Αλμπαϊράκ μπήκε στην κυβέρνηση από τον Ερντογάν και έγινε αρχικά υπουργός Ενέργειας και στη συνέχεια υπουργός Οικονομικών προτού παραιτηθεί.

Ο Αλπαϊράκ επίσης άσκησε πίεση στον φίλο του και εκπρόσωπο της κυβέρνησης Τραμπ για τη Μέση Ανατολή, Τζάρεντ Κούσνερ για να μην προχωρήσει η υπόθεση της τουρκικής τράπεζας Halkbank.

Ο πρόεδρος Ερντογάν έχει κάνει αδιάκοπες προσπάθειες για να υποβαθμίζει την υπόθεση της ομοσπονδιακής εισαγγελίας των ΗΠΑ, χρησιμοποιώντας τόσο επίσημους όσο και ανεπίσημους τρόπους και σε κάποιο βαθμό το έχει καταφέρει παρά το γεγονός ότι ο πρώην υποδιευθυντής της Halkbank, ο Ατίλα καταδικάστηκε και φυλακίστηκε στις ΗΠΑ, προτού αφεθεί ελεύθερος και επιστρέψει στην Τουρκία.

Ο πρόεδρος Τραμπ απέλυσε από τη θέση του τον εισαγγελέα Μπαράρα και το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ δεν έχει επιβάλλει ακόμα κυρώσεις στη Halkbank για την παραβίαση των κυρώσεων που έχουν επιβληθεί στο Ιράν.

Με τη νέα ηγεσία στον Λευκό Οίκο από του χρόνου, όμως τα πράγματα μπορεί να γίνουν χειρότερα για τον Ερντογάν, ο οποίος ανησυχεί ότι ίσως δεν βρει ένα «δεκτικό αυτί» στο οβάλ γραφείο. Εάν οι αρχές των ΗΠΑ αποφασίσουν να προχωρήσουν την υπόθεση μπορεί να προκύψουν νέες κατηγορίες τόσο για Τούρκους αξιωματούχους όσο και για μέλη της οικογένειας του Ερντογάν.

Διαβάστε Ακόμα:

Ένταση στο δημοτικό συμβούλιο της Κωνσταντινούπολης για χιουμοριστική δημοσίευση με τον Κριστιάνο Ρονάλντο

Τελειώνει ο χρόνος για την Άγκυρα