Ο θάνατος του σπουδαίου Σον Κόνερι στις 31 Οκτωβρίου έφερε μαζί του και μία μεγάλη δόση νοσταλγίας, κυρίως σε ό,τι έχει να κάνει με τις ταινίες του Τζέιμς Μποντ.

Κάνοντας λοιπόν μία ανασκόπηση στις παλιές (καλές) ταινίες του Τζέιμς Μποντ, πέσαμε πάνω και σε κάποιες σκηνές «διαμάντια», από αυτές που μας έκαναν να αγαπήσουμε λίγο περισσότερο τον θρυλικό 007.

Χαρακτηριστικό «διαμάντι» είναι και μία σκηνή από την (ίσως) καλύτερη ταινία όλου του franchise, «Goldfinger» (ή ελληνιστί «Χρυσοδάκτυλος»). Γιατί καλύτερη; Καταρχάς γιατί πρόκειται για την πρώτη ταινία του 007 που είχε μεγάλο μπάτζετ (σε σημείο να θεωρηθεί blockbuster από τα ΜΜΕ του 1964). Κατά δεύτερον, γιατί έγινε η πρώτη «τζεϊμσμποντική» ταινία που κέρδισε αγαλματάκι Όσκαρ, αυτό για την Καλύτερη Επεξεργασία Ήχου.

Ε, βάλτε μέσα και το (ολίγον τι κλισέ) στόρι με έναν σπουδαίο «κακό» (βλέπε Gert Frobe που έκανε σπουδαία ερμηνεία), με έναν... περίεργο και φαινομενικά ανίκητο μπράβο του «κακού» (Harold Sakata), μία συναρπαστικά ανόητη πλοκή περί ανατίναξης του... Φορτ Νοξ και ένα τρομερό τραγούδι από τη φωνή της Shirley Bassey, κι έχετε την απόλυτη απόδοση ιστορίας του Ίαν Φλέμινγκ (του δημιουργού των ιστοριών του Τζέιμς Μποντ, για τους μη ειδήμονες).

Τα τοπία έκλεψαν την παράσταση

Αλλά ένας από τους κυριότερους λόγους που λατρέψαμε τον «Χρυσοδάκτυλο», ήταν τα απίστευτα τοπία που «χρησιμοποιήθηκαν» στην ταινία ως σκηνικά σε κάποιες από τις πιο εμβληματικές σκηνές.

Όχι δεν μιλάμε για τη σκηνή με το δολοφονημένο κορίτσι στο κρεβάτι του Τζέιμς Μποντ, βαμμένο με χρυσή μπογιά. Ο λόγος γίνεται για τη σκηνή όπου ο Τζέιμς Μποντ καταδιώκει τον «κακό» στους δρόμους της Ελβετίας, έχοντας ως φόντο τις μαγευτικές Άλπεις.

Εν τάχει μία περιγραφή της σκηνής. Τρία αυτοκίνητα κινούνται στους δρόμους του Furka Pass, ενός από τους πιο ειδυλλιακούς δρόμους στα ελβετικά βουνά. Προπορεύεται η Rolls Royce με τον Goldfinger και οδηγό τον... συμπαθή μπράβο του. Ακολουθεί ο Τζέιμς Μποντ με την ασημένια Aston Martin DB5 (λίγα δευτερόλεπτα διακοπής λόγω σιελόρροιας) και από πίσω η επίμαχη δολοφόνος του Goldfinger, Tilly Masterson (που την ενσαρκώνει η εκπληκτική Tania Mallet) με ένα Ford Mustang.

Όλη αυτή η σκηνή θα μπορούσε να είναι μία από τις κλασικές του είδους της με αυτοκίνητα να καταδιώκουν το ένα το άλλο και στο επίκεντρο να είναι απλώς οι οδηγικές ικανότητες των πρωταγωνιστών ή οι «θανατηφόρες» ατάκες του 007. Κι όμως όλη τη δόξα την παίρνει το μεγαλοπρεπές τοπίο των Άλπεων, σε πλάνα που μοναδικό τους σκοπό έχουν να αιχμαλωτίσουν τον θεατή.

Μάλιστα ένα fun fact για την εν λόγω σκηνή είναι πως τα γυρίσματα μπορούσαν να παραγματοποιηθούν μόνο το καλοκαίρι γιατί με την έλευση του φθινοπώρου το Furka Pass «βυθίζεται» στο χιόνι και είναι αδιαπέραστο τους χειμερινούς μήνες.

Όπως και να 'χει, δεν έγινε μόνο το Furka Pass διάσημο από αυτή τη σκηνή αλλά και ένα... κτήριο. Συγκεκριμένα, στα πρώτα δευτερόλεπτα του βίντεο με τη σκηνή της καταδίωξης (από το 0:08 και μετά), διακρίνεται κι ένα ξενοδοχείο να στέκεται αγέρωχο στις άκρες της αλπικής πλαγιάς.

Πρόκειται για το ξενοδοχείο Belvedere, που αν και το 1964 ήταν μία από τις πιο εμβληματικές στάσεις της περιοχής -όχι μόνο για τις παροχές του αλλά κυρίως για την απίστευτη θέα που προσέφερε στους επισκέπτες- πλέον θυμίζει πιο πολύ κτίριο... φάντασμα.

Η εποχή της ακμής

Το Furkastrasse (αγγλιστί Furka Pass) και το Belvedere ανήκουν και τα δύο στον 19ο αιώνα. Το πέρασμα, αναπόφευκτα, ήρθε πρώτο καθώς δημιουργήθηκε το 1867 για να βοηθήσει στη σύνδεση των υψηλότερων τμημάτων της ελβετικής κορυφογραμμής με τα (σχετικά) πεδινά στις όχθες της λίμνης της Γενεύης. Ήταν μια σχεδόν ακαριαία επιτυχία.

Η κυκλοφορία κατά μήκος των δρόμων της περιοχής ήταν τόσο πυκνή ώστε, μέσω του νόμου της προσφοράς και της ζήτησης, ένα ξενοδοχείο χρειαζόταν εκεί. Κάτι που συνέβη το 1882, με το Belvedere να ανοίγει τις πύλες του και να προσφέρει αυτό ακριβώς που χρειαζόταν η περιοχή. Ένα μέρος για τους κουρασμένους ταξιδιώτες όπου εκείνοι και τα άλογά τους να μπορούν να ξεκουραστούν από την ειδυλλιακή αλλά κουραστική διαδρομή. Μην ξεχνάτε πως μιλάμε για τέλη του 19ου αιώνα όπου τα μηχανοκίνητα αυτοκίνητα ήταν μόνο στη φαντασία μερικών εκλεκτών ανθρώπων.

Ωστόσο, σύντομα έγινε κάτι περισσότερο από ένα pit-stop για τους ταξιδιώτες. Κι αυτό το κατάφερε χάρη στη μεγάλη ατραξιόν που βρισκόταν κυριολεκτικά στο κατώφλι του. Τον Παγετώνα του Ροδανού (Rhone Glacier).

Στις αρχές του 20ου αιώνα, το Belvedere άρχισε να γίνεται περισσότερο γνωστό ως ένα από τα λίγα μέρη που μπορεί κάποιος να ρίξει μία ματιά σε ένα από τα τελευταία απομεινάρια της «Εποχής των Πάγων» σε όλη του τη μεγαλοπρέπεια. Η κεντρική βεράντα του ξενοδοχείου προσέφερε μία εκπληκτική θέα του παγετώνα κι έτσι αναπόφευκτα το Belvedere μετατράπηκε σε ένα δημοφιλές σημείο για τους τουρίστες, όπου μπορούσαν να πιουν τον καφέ τους, ατενίζοντας με δέος τον παγετώνα να στέκεται ακριβώς από κάτω τους.

Μάλιστα, από τη δεκαετία του 1890 και μετά, οι επισκέπτες μπορούσαν να ρίξουν μία ακόμη πιο προσεκτική ματιά στο παγωμένο «θηρίο της φύσης», καθώς είχε δημιουργηθεί μια σήραγγα, η οποία επέτρεπε στους τουρίστες να βρεθούν μέσα στον παγετώνα.

...και της παρακμής

Βασικά, αυτό μπορούν να το καταφέρουν ακόμα. Όχι όμως πλέον από το ξενοδοχείο Belvedere. Βλέπετε αν και ο παγετώνας κινήθηκε -ελέω της κλιματικής αλλαγής- το ξενοδοχείο, όχι.

Η αύξηση της θερμοκρασίας στην περιοχή ανάγκασε τον παγετώνα να συρρικνωθεί κάπου στο ενάμιση χιλιόμετρο (!), με το ξενοδοχείο να χάνει τη μεγάλη ατραξιόν του και αναγκαστικά να κατεβάζει ρολά το 2016, όντας όμως στην ανέχεια εδώ και καιρό.

Τα δωμάτιά του δεν είχαν ανακαινιστεί εδώ και καιρό ενώ τα μπάνια του παρέμεναν κοινόχρηστα, όπως ήταν στις εποχές της δόξας του.

Στην παρακμή του ξενοδοχείου έβαλε το χέρι του και μία νέα σήραγγα που κατασκευάστηκε στο Furka Pass το 1982, με τη οποία οι ταξιδιώτες μπορούσαν να κάνουν την ίδια διαδρομή αλλά να γλιτώνουν και 10 χιλιόμετρα οδήγησης (10 χιλιόμετρα στα οποία όμως βρισκόταν και το Belvedere).

Κύρια όμως αιτία της παρακμής του παλαι πότε σπουδαίου ξενοδοχείου, ήταν η μείωση του Παγετώνα του Ροδανού, ακόμα κι αν χρησιμοποιούνται πλέον προηγμένες μέθοδοι για να αποτραπεί η ολοκληρωτική εξαφάνισή του. Συγκεκριμένα, την τελευταία δεκαετία βάζουν στον παγετώνα ειδικές «λευκές κουβέρτες», ανθεκτικές στην υπεριώδη ακτινοβολία, οι οποίες θεωρείται πως μειώνουν το λιώσιμο των πάγων κατά 70%.

Το Belvedere όμως δεν κέρδισε και πολλά καθώς η μαγευτική θέα του «λευκού γίγαντα» που μπορούσε ο επισκέπτης να θαυμάσει από την κεντρική βεράντα πλέον έχει μετατραπεί σε μία γκρι παρωδία...

Ίσως τελικά να είναι και κάπως «συμβολικό» που όπως ο Σον Κόνερι, έτσι και το ξενοδοχείο Belvedere «κατέβασε αυλαία». Μάλιστα, τα ρεπορτάζ της τότε εποχής ήθελαν τον Σον Κόνερι να είναι μεγάλος φαν του ξενοδοχείου, σε σημείο να ζητά αυτός να μπει το μεγαλοπρεπές κτίριο στο πλάνο της ταινίας...

Ίσως σε αντίθεση με τον κορυφαίο Τζέιμς Μποντ ever, το Belvedere να επιστρέψει κάποια στιγμή στο προσκήνιο. Ο καθαρός αέρας και η (ακόμα) σπάνια θέα που του εξασφαλίζει το ύψος που είναι χτισμένο, ίσως να το κάνουν να ανοίξει ξανά τις πύλες του. Αλλά ακόμα κι αν δεν συμβεί αυτό, το ξενοδοχείο Belvedere θα παραμείνει μία νότα περασμένων εποχών, όπως κι ένα κομμάτι από την ιστορία των ταινιών του Τζέιμς Μποντ.

 

(απόδοση άρθρου από την Telegraph)