Η διάβρωση των ακτών απειλεί σοβαρά πόλεις και μνημεία στην Ελλάδα και την Ιταλία, σύμφωνα με επιστημονική έρευνα του Πανεπιστημίου Κίελου της Γερμανίας, επικεφαλής της οποίας είναι ο Έλληνας καθηγητής Νάσος Βαφείδης.

Με βάση δημοσίευμα της Deutsche Welle, ο αυξημένος κίνδυνος πλημμυρών και διάβρωσης των ακτών δεν σημαίνει ότι θα αφανιστούν ολόκληρες πόλεις. Ενδεχομένως όμως να χαθούν κάτω από τη θάλασσα κομμάτια των μνημείων. 

Ο κίνδυνος διάβρωσης αφορά περισσότερο την Τύρο στον Λίβανο, το Πυθαγόρειο και το Ηραίο της Σάμου, την Έφεσο στην Τουρκία και την Ταραγόνα στην Ισπανία. 

Όπως διευκρίνισε μιλώντας στη Deutsche Welle ο επικεφαλής της έρευνας Νάσος Βαφείδης, στην Ελλάδα υψηλό βαθμό επικινδυνότητας εμφανίζουν επίσης η Δήλος, η παλιά πόλη της Κέρκυρας αλλά και η μεσαιωνική πόλη της Ρόδου. Παρότι η χώρα όμως είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη, ο ίδιος δεν διακρίνει μακροπρόθεσμο πολιτικό σχέδιο αντιμετώπισης των πιθανών κινδύνων.

«Λόγω της εκτεταμένης ακτογραμμής αλλά και της συγκέντρωσης πληθυσμού και κεφαλαίου (με την ευρύτερη έννοια, π.χ. εγκαταστάσεων, δικτύων, κτηριακών υποδομών κλπ.), η Ελλάδα είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένη στην άνοδο της στάθμης των υδάτων ακόμα και υπό αισιόδοξα σενάρια αύξησης της μέσης στάθμης της θάλασσας. Παρά τον υψηλό αυτό βαθμό έκθεσης, δεν υπάρχει μακροχρόνιος πολιτικός σχεδιασμός για την αντιμετώπιση των κινδύνων (πλημμυρών, διάβρωσης ακτών) που σίγουρα θα προκύψουν στο (άμεσο) μέλλον», εκτιμά ο καθηγητής.

Με βάση την έρευνα, ιδιαίτερα αυξημένος είναι ο κίνδυνος πλημμυρών στη βόρεια Αδριατική και συγκεκριμένα στη Βενετία, στην πόλη της Αναγέννησης Φεράρρα στο δέλτα του Πάδου αλλά και στην Ακυληία. Στην Κροατία περιλαμβάνονται η ιστορική πόλη του Τρογκίρ αλλά και ο Καθεδρικός Ναός του Αγίου Ιακώβου στο Σίμπενικ.

Τι πρέπει να γίνει όμως για να προστατευτούν τα μνημεία στην Ελλάδα; Ποιά μέτρα απαιτούνται; «Η προστασία των μνημείων στις περισσότερες περιπτώσεις δεν μπορεί να επιτευχθεί με τα συνηθισμένα μέτρα που χρησιμοποιούνται ευρέως για την προστασία των ακτών», εξηγεί ο Νάσος Βαφείδης, και προσθέτει: «Για παράδειγμα, κοινά φράγματα για την προστασία από πλημμύρες δεν θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ευρέως καθώς η παρουσία τους μπορεί να αλλοιώσει τον χαρακτήρα των μνημείων και να θέσει σε κίνδυνο τον χαρακτηρισμό τους ως μνημεία πολιτιστικής κληρονομιάς από την UNESCO. Πιστεύω πως είναι απαραίτητη η διεξαγωγή λεπτομερών μελετών για κάθε μνημείο που είναι εκτεθειμένο στην άνοδο της μέσης στάθμης της θάλασσας και η εξεύρεση εξειδικευμένων λύσεων για κάθε μνημείο από ομάδες ειδικών (αρχιτεκτόνων, αρχαιολόγων, μηχανικών) ώστε να μπορέσουμε να αντιμετωπίσουμε όλες τις πλευρές του πολυσύνθετου αυτού προβλήματος».

Αυτό που προέχει είναι να δημιουργηθεί καταρχήν κοινή αντίληψη για τον κίνδυνο και τις πιθανές συνέπειές του. Όπως επισημαίνεται, οι άνθρωποι θα πρέπει να καταλάβουν τι σημαίνει να χάνεται κυριολεκτικά μια τοποθεσία ή ένα ιστορικό μνημείο. Πέραν αυτού υπάρχει φυσικά πάντοτε η ιδιαίτερα κοστοβόρα δυνατότητα βελτίωσης της προστασίας των ακτών. Στη Βενετία, για παράδειγμα, δημιουργούνται ηλεκτρονικά φράγματα τα οποία μπορούν να υψώνονται σε περίπτωση πλημμυρών. 

Σε ποιο βαθμό όμως μπορούν να βοηθήσουν τέτοια μέτρα; «Τη Βενετία θα τη χάσουμε, αυτό δεν το αμφισβητεί κανείς», εκτιμά ο Άντερς Λέβερμαν από το Ινστιτούτο του Πότσνταμ για τις Συνέπειες της Κλιματικής Αλλαγής. Σύμφωνα με τον ίδιο, το ερώτημα είναι απλώς πότε θα γίνει αυτό. «Ίσως χρειαστούν αιώνες», αλλά η εξέλιξη είναι μη αναστρέψιμη, σύμφωνα με τον ειδικό.