Στο εκτενές ρεπορτάζ του για την αντιμετώπιση της πανδημίας του κορονοϊού στην Ελλάδα, ο Guardian δίνει τα εύσημα στη χώρα μας, τονίζοντας ότι οι Έλληνες κάθε μέρα στις 18:00 συντονίζονται στις τηλεοράσεις τους προκειμένου να παρακολουθήσουν την καθιερωμένη ενημέρωση για την επιδημία από τον εκπρόσωπο του υπουργείου Υγείας για τον covid-19 κ. Σωτήρη Τσιόδρα και από τον υφυπουργό Πολιτικής Προστασίας, κ. Νίκο Χαρδαλιά.

Είναι κοινά αποδεκτό ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει καλύτερα την κρίση από ότι αναμενόταν, παρόλο που δεν ήταν δεδομένη η ικανότητα της χώρας να αντιμετωπίσει τέτοιες αναλογίες έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία. Μετά από σχεδόν μια δεκαετία που εμπλέκεται στην κρίση του χρέους - χρόνια κατά τα οποία η οικονομία της συρρικνώθηκε κατά 26% - το σύστημα υγείας της Ελλάδας απέχει πολύ από την ανάκαμψη.

Τα κρατικά νοσοκομεία σήκωσαν το κύριο βάρος των περικοπών που ζητούσαν σε αντάλλαγμα οι δανειστές για τη διάσωση της χώρας. Η Ελλάδα βρέθηκε με την άφιξη της επιδημίας στην Ευρώπη να έχει μόνο 560 κρεβάτια μονάδας εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ).

Επίσης, η Ελλάδα, όπως και η Ιταλία, έχει μεγάλο ηλικιωμένο πληθυσμό. Σε δηλώσεις του προς τη βρετανική εφημερίδα ο Δρ Ανδρέας Μέντης, επικεφαλής του Ινστιτούτου Παστέρ αναφέρει πως «υπήρχαν αδυναμίες που μας ανησυχούσαν. Πριν από τη διάγνωση του πρώτου κρούσματος, είχαμε αρχίσει να εξετάζουμε ανθρώπους και να τους απομονώνουμε. Οι εισερχόμενες πτήσεις, ειδικά από την Κίνα, παρακολουθούνταν. Αργότερα, όταν άρχισαν να επαναπατρίζονται από την Ισπανία, για παράδειγμα, τους βάλαμε αμέσως σε καραντίνα σε ξενοδοχεία».

Ο Αλέξης Πατέλης, οικονομικός σύμβουλος του πρωθυπουργού, αναφέρει πως «ήταν πολύ σαφές ότι χρειαζόμασταν ειδικούς τους οποίους έπρεπε να ακούσουμε. Ωστόσο, οι Έλληνες έχουν περάσει από κρίση, ξέρουν τι είναι. Κι αυτό τους επέτρεψε να προσαρμοστούν».

Το δημοσίευμα υπογραμμίζει επίσης το γεγονός ότι άμεσα οι αρχές αποφάσισαν να κλείσουν τις επιχειρήσεις την ώρα που η οικονομία άρχισε να δείχνει σημάδια ανάκαμψης.

«Στα τέλη Φεβρουαρίου, προτού η Ελλάδα καταγράψει τον πρώτο θάνατο, οι καρναβαλικές εκδηλώσεις ακυρώθηκαν. Στις 10 Μαρτίου, αρκετές εβδομάδες πριν από την υπόλοιπη Ευρώπη, τα σχολεία έκλεισαν. Μέσα σε λίγες μέρες, έκλεισαν επίσης μπαρ, καφετέριες, εστιατόρια, νυχτερινά κέντρα, γυμναστήρια, εμπορικά κέντρα, κινηματογράφοι, καταστήματα λιανικής, μουσεία και αρχαιολογικοί χώροι» σημειώνει το δημοσίευμα.

Οι εικόνες από την Ιταλία συγκλόνισαν τους Έλληνες οι οποίοι άκουγαν τους κ.κ. Τσιόδρα και Χαρδαλιά να μιλούν για τους κινδύνους που ενέχει η ασθένεια, αναφέρεται στη εφημερίδα.

«Τα μέτρα δεν έγιναν άμεσα αποδεκτά και η κυβέρνηση αναγκάστηκε να κλείσει παραλίες και χιονοδρομικά κέντρα, να απαγορεύσει δημόσιες συγκεντρώσεις περισσότερων από 10 ανθρώπων, να απαγορεύσει τα ταξίδια στα νησιά, να κλείσει τις εκκλησίες - παρά τις αντιδράσεις των ιερέων- και να διακόψει τις αεροπορικές συνδέσεις με τις χώρες που πλήττονται περισσότερο», αναφέρει επίσης ο Guardian.

Η ψηφιακή μεταρρύθμιση

Παράλληλα, η πανδημία του κορονοϊού, σύμφωνα με το δημοσίευμα, ήταν καταλύτης για την κυβέρνηση προκειμένου να προχωρήσει την ψηφιακή μεταρρύθμιση της χώρας που αποσκοπεί τόσο στην προστασία της υγείας των πολιτών όσο και στον εκσυγχρονισμό του κράτος.

«Όταν ξέσπασε η πανδημία, η ανάγκη απλοποίησης των κυβερνητικών διαδικασιών κατέστη πρωταρχική» δήλωσε ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Κυριάκος Πιερρακάκης. «Ένα από τα πρώτα πράγματα που κάναμε για να περιορίσουμε τα κίνητρα των πολιτών να βγουν από τα σπίτια τους ήταν να τους επιτρέψουμε να λαμβάνουν ιατρικές συνταγές στα τηλέφωνά τους. Αυτό, μόνο, έχει σώσει 250.000 πολίτες από την επίσκεψη στο γιατρό μέσα σε 20 ημέρες».

Έγγραφα που κάποτε απαιτούσαν φυσική παρουσία σε δημόσιες υπηρεσίες διατέθηκαν στο Διαδίκτυο, σημειώνει ο Guardian.

Διπλασιάστηκαν οι ΜΕΘ

Το δημοσίευμα αναφέρει ότι η Ελλάδα κατάφερε σχεδόν να διπλασιάσει τον αριθμό των ΜΕΘ και υπογραμμίζει τα αιτήματα των γιατρών για περισσότερα τεστ, που τώρα είναι περιορισμένα.

Υψηλό το κόστος για τον τουρισμό

Ο Guardian αναφέρεται και στον τουρισμό, σημειώνοντας ότι «το κόστος για μια οικονομία τόσο εξαρτημένη από τον τουρισμό είναι ήδη υψηλό».

Ο Αλέξης Πατέλης δηλώνει επίσης ότι «στόχος της Αθήνας ήταν να ανακτήσει κάποια από την αξιοπιστία που είχε καταρρεύσει κατά τη διάρκεια των προηγούμενων χρόνων. Όσο πιο γρήγορα αντιμετωπίζεται μια κρίση υγείας, τόσο μεγαλύτερο είναι το βραχυπρόθεσμο οικονομικό κόστος, αλλά τόσο μεγαλύτερα είναι και τα μακροπρόθεσμα οφέλη».