Μεγάλες διαδηλώσεις διοργανώνονται στην Αλβανία με στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης του Έντι Ράμα, την οποία οι διαδηλωτές, χαρακτηρίζουν «κυβέρνηση κυκλοφορίας ναρκωτικών»

Οι διαδηλώσεις είναι υποκινούμενες από την αντιπολίτευση.

Τις τελευταίες εβδομάδες, ο ηγέτης του Δημοκρατικού Κόμματος, Λούλζιμ Μπάσα, γυρνάει την γειτονική χώρα με στόχο να συναντήσει προσωπικά τους πολίτες και να συγκεντρώσει τη δυσαρέσκεια τους εναντίον της κυβέρνησης, η οποία έχει ενισχυθεί από ισχυρισμούς για σκάνδαλα διαφθοράς που συνδέονται με την κατασκευή δρόμων, την αγορά ψήφων στις εκλογές του 2017 τη συμπαιγνία της πολιτικής με το έγκλημα, καθώς και την υψηλή ανεργία και τη μετανάστευση των νέων.

Μαζί με την πρόεδρος του Σοσιαλιστικού Κινήματος Ολοκλήρωσης, Μόνικα Κριεμάντι, ο Μπάσα τόνισε επανειλημμένα ότι η διαδήλωση της 16ης Φεβρουαρίου θα ήταν η πιο μαζική της Αλβανίας τα τελευταία 30 χρόνια.

Η διαδήλωση του περασμένου Σαββάτου

Αν και αρχικά ανακοινώθηκε ως μια ειρηνική διαδήλωση, συνοδευόμενη από το μοίρασμα λουλουδιών από μια ομάδα διαδηλωτών, η πορεία τελικά στιγματίστηκε από βίαιες ενέργειες που διαμάχη με τους αστυνομικούς, ρίχνοντας βόμβες μολότοφ. Στόχος των διαδηλωτών ήταν να μπουν και να καταλάβουν συμβολικά το γραφείο του Πρωθυπουργού.

Σε απάντηση, η αστυνομία πέταξε δακρυγόνα και νερό στους διαδηλωτές προκειμένου να αποκατασταθεί η τάξη. Τα προ-εγγεγραμμένα φωνητικά μηνύματα που μεταδώθηκαν από μεγάφωνα τοποθετημένα κατά μήκος της λεωφόρου, καλούσαν τους διαδηλωτές να παραμείνουν ήρεμοι και να αποφύγουν την καταστροφή της δημόσιας περιουσίας, γεγονός που αποτελεί παραβίαση του νόμου.

Η τετράωρη διαμαρτυρία κατέληξε στη μερική καταστροφή της μπροστινής πλευράς του κυβερνητικού κτιρίου και δύο έργων τέχνης, ενώ έκαψαν και μια σειρά από διακοσμητικά δέντρα. Ενενήντα πολίτες κατέληξαν τραυματίες στο νοσοκομείο, συμπεριλαμβανομένων αστυνομικών, δημοσιογράφων και διαδηλωτών. 16 διαδηλωτές συνελήφθησαν. Οι ηγέτες των κομμάτων της αντιπολίτευσης κατηγόρησαν επανειλημμένα την κρατική αστυνομία για την υποκίνηση πολιτών στη βία και δήλωσαν την πρόθεσή τους να προβούν σε νέα διαδήλωση και πάλι αύριο Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου.

Άμεση αντίδραση από το διπλωματικό σώμα

Όλες οι ξένες αποστολές στα Τίρανα εξέδωσαν άμεσα δελτία τύπου καταδικάζοντας τη βία. Αναγνωρίζοντας το δικαίωμα των πολιτών να συγκεντρώνονται και να διαμαρτύρονται ειρηνικά για καλύτερες συνθήκες ζωής και μια πλήρως δημοκρατική κοινωνία, ζήτησαν ώριμη και εποικοδομητική συμπεριφορά από όλες τις πλευρές.

Η αντιπροσωπεία της ΕΕ και τα κράτη μέλη προέτρεψαν όλες τις πλευρές να επιδείξουν άμεση αυτοσυγκράτηση ενώ η Πρεσβεία των ΗΠΑ «κάλεσε όλους όσους συμμετείχαν στη διαδήλωση του Σαββάτου και όλους τους πολιτικούς ηγέτες της Αλβανίας να απορρίψουν τη βία και να διασφαλίσουν ότι οι διαδηλώσεις διεξάγονται ειρηνικά και εποικοδομητικά».

«Η κλιμάκωση της βίας στο δρόμο αντιπροσωπεύει παραβίαση των αρχών της ειρηνικής δημοκρατικής διαμαρτυρίας. Οι ηθικοί αυτουργοί και οι δράστες φέρουν την ευθύνη για τα επεισόδια», ανέφερε το δελτίο τύπου της παρουσίας του ΟΑΣΕ στην Αλβανία. Δύο ημέρες νωρίτερα, ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και τη Συνεργασία στην Ευρώπη (ΟΑΣΕ) είχε ήδη εκδώσει μια δήλωση που εξέφραζε τις προσδοκίες του για μια ειρηνική διαδήλωση.

Έλλειψη εναλλακτικών λύσεων

Τα Τίρανα ξύπνησαν την Κυριακή στη σιωπή, ανάμεσα στην απογοήτευση των πολιτών και τη μακρόχρονη κόπωση για τον «παραδοσιακό» εκφυλισμό των διαμαρτυριών σε βία, καταστροφές και έντονες πολιτικές συζητήσεις.

Η γενική δυσαρέσκεια κατά των κακών συνθηκών διαβίωσης, της διαφθοράς και του οργανωμένου εγκλήματος, συνοδευόμενη από την έλλειψη ελπίδας, εξακολουθεί να κρατά τους πολίτες ομήρους σε ένα αβέβαιο μέλλον. Είναι δεδομένο πως η πλειοψηφία των διαμαρτυρόμενων στην κεντρική λεωφόρο των Τιράνων δεν ενέκριναν ούτε τη βία ούτε την εκμετάλλευση της καθημερινής τους δυστυχίας για σκοπούς εξουσίας. Από τις συνεντεύξεις που συγκέντρωσαν τα μέσα μαζικής ενημέρωσης την ημέρα της διαμαρτυρίας, ένας σημαντικός αριθμός διαδηλωτών εξέφρασαν τη δυσαρέσκειά τους ενάντια στην υπεροψία της κυβέρνησης, όμως παράλληλα δεν θεωρούσαν ότι εκπροσωπούνται απαραίτητα από τους ηγέτες της αντιπολίτευσης.

Προς το παρόν όμως, δεν υπάρχουν πολλές εναλλακτικές λύσεις για την αντιμετώπιση της γενικευμένης δυσπιστίας έναντι των σημερινών πολιτικών κομμάτων και των αντίστοιχων ηγετών στην Αλβανία. Με τη σειρά του, το ισχύον εκλογικό σύστημα καθιστά δύσκολη την είσοδο νέων μελών στο Κοινοβούλιο. Λόγω διακρατικής ομοφωνίας σε εθνικό επίπεδο, οι ηγέτες των κομμάτων διαθέτουν όλη τη δύναμη να ορίζουν εκλογικούς καταλόγους, περιορίζοντας έτσι τις επιλογές των πολιτών κατά τις εκλογές. Δεν υπάρχει πραγματικός έλεγχος των υποψηφίων που έχουν οριστεί να εδρεύουν στο εθνικό κοινοβούλιο για τέσσερα χρόνια με στόχο την εκπροσώπηση των συμφερόντων των πολιτών. Αυτό το χάσμα μεταξύ του εκλογικού σώματος και των εκλεγμένων βουλευτών συμβάλλει άμεσα στην περιορισμένη λογοδοσία και αντιπροσωπευτικότητα, η οποία καταλήγει σε μια ισχυρή κυβέρνηση με περιορισμένη εποπτεία από το κοινοβούλιο.