«Είμαι πρόθυμη να μιλήσω με τον καθένα. Δεν μπορώ όμως να πάω σε όποιον δεν θέλει να μιλήσει», τόνισε η Καγκελάριος Άνγκελα Μέρκελ σε ομιλία της στο Κέμνιτς.

Η Καγκελάριος, η οποία επισκέφθηκε το Κέμνιτς 82 ημέρες μετά τα βίαια επεισόδια που πυροδότησαν ακροδεξιοί με αφορμή τη δολοφονία ενός 35χρονου, υπερασπίστηκε την πολιτική της στην διάρκεια της προσφυγικής κρίσης, ενώ παραδέχθηκε λάθη και παραλείψεις στις επιλογές της. Η Άνγκελα Μέρκελ απευθύνθηκε στους κατοίκους της πόλης λέγοντας πως δεν πρέπει να αφήνουν τους ρατσιστές να θέτουν την ατζέντα. 

Απηύθυνε ωστόσο έκκληση στους κατοίκους της πόλης να επιδείξουν μεγαλύτερη ανοχή προς τους ανθρώπους διαφορετικής καταγωγής και εξήγησε την επιλογή της να μην μεταβεί στην πόλη αμέσως μετά τα γεγονότα, τονίζοντας ότι δεν ήθελε να προκαλέσει το κοινό αίσθημα ή να εκληφθεί η επίσκεψή της ως προεκλογική, καθώς επίκειται το συνέδριο του CDU, όπου θα εκλεγεί ο νέος πρόεδρος, αλλά δεν ήταν ακόμη γνωστό ότι η ίδια δεν επρόκειτο να είναι υποψήφια.

Η Άνγκελα Μέρκελ εξέφρασε ακόμη την κατανόησή της για την οργή του κόσμου μετά τη δολοφονία του συμπολίτη τους, αλλά τόνισε ότι αυτό δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση την διάπραξη νέων εγκλημάτων από ακροδεξιούς διαδηλωτές. «Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι μετά τα γεγονότα χάθηκε το αίσθημα ασφάλειας πολλών πολιτών. Αυτό αφορά αυτούς που φέρουν ευθύνη για ένα κράτος δικαίου. Δεν μπορεί να μην μας ενδιαφέρει!», δήλωσε.

Από το μεσημέρι στην περιοχή γύρω από τον σταθμό του τρένου είχαν συγκεντρωθεί περίπου 600 άτομα που φώναζαν συνθήματα εναντίον της Καγκελαρίου αλλά και των μεταναστών. Έξω από τον χώρο της εκδήλωσης στην οποία συμμετείχε, είχαν συγκεντρωθεί περίπου 1200 άτομα, φωνάζοντας συνθήματα όπως: «Η Μέρκελ πρέπει να φύγει» και «Αυτή είναι η χώρα μας». Οι συμμετέχοντες αρνήθηκαν μάλιστα να κάνουν δηλώσεις στο Τύπο, φωνάζοντας «ψεύτης Τύπος», μια φράση που χρησιμοποιείτο ευρέως κατά την ναζιστική περίοδο.

Περισσότεροι από 1000 αστυνομικοί είχαν αναλάβει την περιφρούρηση των διαδηλώσεων της ακροδεξιάς, αλλά και των αντιφασιστικών οργανώσεων που εξελίσσονταν παράλληλα.