Τι ακριβώς είναι το άρθρο 50, πώς λειτουργεί και πώς επηρεάζει η απόφαση του ΔΕΚ τα πράγματα;

Μετά την κατάρρευση της συμφωνίας απόσυρσης της Τερέζα Μέι από τη Βουλή των κοινοτήτων στις 15 Ιανουαρίου, τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με το αν θα χρειαστεί να παραταθεί ή να ακυρωθεί το άρθρο 50, καθυστερώντας ή ακόμη και σταματώντας το Brexit.

Τι ακριβώς είναι το άρθρο 50

Το άρθρο 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας παρέχει σε κάθε κράτος μέλος της ΕΕ το δικαίωμα να αποχωρήσει μονομερώς και περιγράφει τη διαδικασία που ακολουθείται για το σκοπό αυτό. Παρέχει στην χώρα αποχώρησης δύο χρόνια για να διαπραγματευτεί μια συμφωνία εξόδου. Όταν το Ηνωμένο Βασίλειο πυροδότησε το άρθρο 50, θεωρήθηκε ότι εφόσον τέθηκε σε ισχύ δεν θα μπορούσε να σταματήσει παρά μόνο με την ομόφωνη συγκατάθεση όλων των κρατών μελών. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου όμως άλλαξε εντελώς την εσφαλμένη (όπως αποδείχθηκε) αυτή αντίληψη.

Καμία χώρα δεν έχει εγκαταλείψει ποτέ στον παρελθόν την ΕΕ και δεν υπήρξε κανένας τρόπος να εγκαταλείψει νομίμως ένα μέλος την ΕΕ πριν από την υπογραφή της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2007.

Η Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 2009, αποσκοπεί να καταστήσει την ΕΕ «πιο δημοκρατική, πιο διαφανή και αποτελεσματικότερη» και αποτελεί μια συμφωνία που υπογράφουν οι αρχηγοί κρατών και κυβερνήσεων των χωρών που είναι μέλη της ΕΕ.

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός Τερέζα Μέι ενεργοποίησε το άρθρο 50 λίγο πριν τις 12.30 μ.μ. στις 29 Μαρτίου 2017. Αυτή η στιγμή σηματοδότησε την αρχή μιας διαρκούς μάχης για να επιτευχθεί μια συμφωνία για την έξοδο από την ΕΕ, διαδικασία που αποδείχθηκε χρονοβόρα και περίπλοκη. Το Ηνωμένο Βασίλειο και η ΕΕ κατέληξαν σε μία Συμφωνία Απόσυρσης, αλλά όχι στη μελλοντική τους σχέση, τον Νοέμβριο του 2018.

May-Article 50

Ωστόσο, αυτή η συμφωνία απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο στις 15 Ιανουαρίου και η Βρετανία πρωθυπουργός επιδιώκει τώρα μία νέα διαπραγμάτευση με την ΕΕ.

Μπορεί το άρθρο 50 να ανακληθεί;

Ναι. Το ΔΕΚ έχει αποφανθεί ότι μπορεί να γίνει μονομερώς από το κράτος μέλος το οποίο το προκάλεσε.

Αυτό αποτελεί εμπόδιο τόσο για τη βρετανική κυβέρνηση, η οποία ισχυρίστηκε ότι η απόφαση ήταν καθαρά υποθετική διότι δεν είχε καμία πρόθεση να αντιστρέψει το διαδικασία του άρθρου 50, όσο και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία επιμένει ότι η διαδικασία μπορεί να ανακληθεί μόνο με την ομόφωνη υποστήριξη των υπολοίπων 27 κράτη μέλη της ΕΕ.

Η ΕΕ φοβάται ότι τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να ενεργοποιήσουν το άρθρο 50 με την πρόθεση να εξασφαλίσουν παραχωρήσεις από τις Βρυξέλλες και στη συνέχεια να το ανακαλέσουν.

Η απόφαση επίσης ενθάρρυνε όσους Βρετανούς επιθυμούν την παραμονή στην ΕΕ. Η απόφαση επίσης ακύρωσει το επιχείρημα των Brexiteers ότι η Βρετανία θα αναγκαστεί να κάνει παραχωρήσεις, όπως η ένταξή της στον Χώρο Σένγκεν, ώστε να μπορέσει να παραμείνει στην ΕΕ. Καταργεί επίσης ένα επίπεδο αβεβαιότητας σχετικά με το τι θα συνέβαινε εάν το Ηνωμένο Βασίλειο ψήφιζε και πάλι να παραμείνει στην ΕΕ.

Τι γίνεται με την επέκταση του άρθρου 50

Αυτό είναι επίσης δυνατό και ίσως αναπόφευκτο τώρα που η συμφωνία Brexit της Μέι απορρίφθηκε από το Κοινοβούλιο.

Η επέκταση του άρθρου 50 θα ανέβαλε την ημερομηνία αναχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου μέχρι τον Μάιο ή τον Ιούνιο, επιτρέποντας στην κυβέρνηση να έχει περισσότερο χρόνο για να βρει μια παραλλαγή της συμφωνίας Brexit την οποία θα υποστήριζαν οι βουλευτές.

Η επέκταση μπορεί να ζητηθεί μόνο από τη βρετανική κυβέρνηση κι όχι απλά από βουλευτές που επιθυμούν να αποφύγουν ένα σενάριο «χωρίς συμφωνία». Θα πρέπει τότε να εξεταστεί και να εγκριθεί ομόφωνα από τους ηγέτες της ΕΕ των 27.

Είναι απίθανο η ΕΕ των 27 να απορρίψει αίτημα για επέκταση του άρθρου 50, αλλά θα ζητούσαν από το Ηνωμένο Βασίλειο να παρουσιάσει ταυτόχρονα σαφή θέση για την συμφωνία εξόδου.

Διαφορετικά, δεν θα ήταν σαφές ότι η καθυστέρηση του Brexit θα επιτύγχανε τον συμβιβασμό που τόσο απελπιστικά η Μέι χρειάζεται στη Βουλή των Κοινοτήτων.

Η επέκταση του άρθρου 50 δημιουργεί επιπλοκές και στις Βρυξέλλες. Εάν το Ηνωμένο Βασίλειο συνέχιζε να είναι κράτος μέλος για αρκετούς μήνες μετά τον Μάρτιο του 2019, οι Βρετανοί βουλευτές θα συνεχίσουν να συμμετέχουν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Ωστόσο, οι εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο διεξάγονται τον Μάιο του 2019, οδηγώντας σε μια παράξενη κατάσταση όπου Βρετανοί βουλευτές θα διεκδικήσουν θέσεις εργασίας που θα χάσουν έτσι κι αλλιώς λίγες μόνο εβδομάδες ή έστω μερικούς μήνες αργότερα.

Η ΕΕ είναι πρόθυμη να ανακατανείμει αυτές τις έδρες σε άλλα κράτη μέλη το συντομότερο δυνατό.

Τι λέει πραγματικά το άρθρο 50

Υπάρχουν πέντε στοιχεία του άρθρου 50 της Συνθήκης της Λισαβόνας:

  1. Κάθε κράτος μέλος μπορεί να αποφασίσει να αποχωρήσει από την Ένωση σύμφωνα με τους συνταγματικούς του κανόνες.
  2. Ένα κράτος μέλος το οποίο αποφασίζει να αποσυρθεί κοινοποιεί στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο την πρόθεσή του. Με βάση τις κατευθυντήριες γραμμές που παρέχει το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, η Ένωση διαπραγματεύεται και συνάπτει συμφωνία με το εν λόγω κράτος, καθορίζοντας τους τρόπους απόσυρσής της, λαμβάνοντας υπόψη το πλαίσιο για τις μελλοντικές σχέσεις της με την Ένωση. Η εν λόγω συμφωνία θα αποτελέσει αντικείμενο διαπραγμάτευσης σύμφωνα με το άρθρο 218 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Συμβούλιο, αποφασίζοντας με ειδική πλειοψηφία, μετά από έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, συνάπτεται εξ ονόματος της Ένωσης.
  3. Οι Συνθήκες παύουν να ισχύουν για το εν λόγω κράτος από την ημερομηνία έναρξης ισχύος της συμφωνίας απόσυρσης ή, ελλείψει αυτής, δύο έτη μετά την κοινοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 2, εκτός εάν το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, σε συμφωνία με το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος, αποφασίζει ομόφωνα να παρατείνει αυτή την περίοδο.
  4. Για τους σκοπούς των παραγράφων 2 και 3, το μέλος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου που εκπροσωπεί το αποσυρθέν κράτος μέλος δεν συμμετέχει στις συζητήσεις του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ή του Συμβουλίου ή στις αποφάσεις που το αφορούν. Η ειδική πλειοψηφία ορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 238, παράγραφος 3, στοιχείο β) της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
  5. Εάν ένα κράτος που αποσύρθηκε από την Ένωση ζητήσει να επανέλθει, το αίτημά του υπόκειται στη διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 49.