Δύο πινακίδες – μια στα γερμανικά και μια στα αγγλικά – αναγγέλλουν στον επισκέπτη την άφιξη στο Μπέργκοφ, το θέρετρο του Αδόλφου Χίτλερ στις βαυαρικές Άλπεις, το οποίο λειτουργούσε ως δεύτερη διοικητική έδρα του Γ' Ράιχ.

Το θέρετρο στο Ομπερσάλμπουργκ, παραμένει εγκαταλειμμένο αφότου καταστράφηκε ολοσχερώς μετά τον βομβαρδισμό του. Στο σημείο μάλιστα φυτεύτηκαν δέντρα που μεγαλώνουν γρήγορα ώστε να κρύψουν γρήγορα, ακόμα και το έδαφος, στο οποίο περπάτησε ο ηγέτης του Γ' Ράιχ.

Το 1999, ένα μικρό μουσείο το «Dokumentation Obersalzberg δημιουργήθηκε εκεί, για να σταχυολογήσει τα εγκλήματα του ναζιστικού καθεστώτος, 300 μέτρα μακριά από το Μπέργκοφ σε μια προσπάθεια να μην μετατραπεί η περιοχή σε τόπο συγκέντρωσης νεοναζί. Όμως εκείνοι συνέχιζαν να έρχονται. Οι πινακίδες πληροφοριών έχουν ξηλωθεί. Σβάστικες έχουν σκαλιστεί σε δέντρα. Οι επισκέπτες, συχνά ανάβουν κεριά στην περίμετρο του τείχους.

Οι υπάλληλοι του μουσείου, έχουν παρατηρήσει πως τα τελευταία δυο χρόνια, ραγδαία είναι η αύξηση των πούλμαν που καταφθάνουν από Ουγγαρία και Τσεχία, χώρες στις οποίες η ακροδεξιά βρίσκεται σε άνθιση.

Η αυξημένη κίνηση στο μουσείο, οδήγησε στην απόφαση για επέκτασή του. Μια επέκταση που θα κοστίσει 21 εκατ. ευρώ και αναμένεται να ολοκληρωθεί το καλοκαίρι του 2020. Το ερώτημα όμως επανέρχεται; Και τι θα γίνει με το Μπέργκοφ; Στην σημερινή τους κατάσταση, το μόνο που ενώνει το μουσείο με τα απομεινάρια του Μπέργκοφ, είναι ένα μικρό λιθόστρωτο μονοπάτι. Ο καθηγητής Ματίας Ίρλινγκερ, που έχει εργαστεί στο μουσείο από το 2004, πιστεύει ότι ήρθε η ώρα να μιλήσουμε για το μέρος από το οποίο ο Χίτλερ αποφάσισε την εισβολή στην Πολωνία αλλά και το τέλος του Ολοκαυτώματος. «Αν δεν κάνει ό,τι πρέπει σε μια περιοχή, θα κάνουν εκείνοι ό,τι θέλουν», λέει ο Ίρλινγκερ. «Αν απλά πεις “εδώ ζούσε ο Χίτλερ”, είναι πρόβλημα. Κάποιοι θέλουν να το αφήσουμε όπως είναι, άλλοι προτείνουν να προσθέσουμε νέα στοιχεία στην ξενάγηση... Όσο περισσότεροι άνθρωποι έρχονται εδώ, τόσο λιγότερο θα καταφέρουν εκείνοι να βγάζουν στη φόρα τις σημαίες τους. Οι ακροδεξιοί αρέσκονται στα απομονωμένα μέρη».

Το μουσείο, το οποίο διαχειρίζεται το Ινστιτούτο Σύγχρονης Ιστορίας του Μονάχου, διαθέτει αυτή τη στιγμή μια διώροφη έκθεση σε έναν άλλοτε ξενώνα, απ' όπου η είσοδος του λαβύρινθου των τούνελ και των καταφυγίων, που χτίστηκαν το 1943 ώστε ο Χίτλερ και οι συνεργάτες του να προστατευθούν από τους βομβαρδισμούς των συμμάχων, απέχει 4 χλμ. Με την ολοκλήρωση της επέκτασης του μουσείου, ο χώρος του σχεδόν θα διπλασιαστεί φτάνοντας τα 840 τ.μ.

Οι εργασίες στο κτήριο έχουν καθυστερήσει ελαφρώς. Τον Απρίλη του 1945, οι βρετανικές και αμερικανικές δυνάμεις, πιστεύοντας πως έχει αποχωρήσει από το Βερολίνο με προορισμό το Μπέργκοφ το βομβάρδισαν από αέρος. Καθώς οι εργάτες έσκαβαν την περιοχή, τον περασμένο χρόνο, βρήκαν μια από τις βόμβες που δεν έσκασαν. «Γνωρίζουμε ότι πιθανότατα υπάρχουν περισσότερες» λέει ο Ίρλινγκερ. Όταν βρέθηκε, έπρεπε να εκκενώσουμε το κτήριο, όμως ξεκαθαρίσαμε ότι πρέπει να την διατηρήσουμε ανέπαφη, για να εκτεθεί. Θα βρίσκεται μπροστά στην είσοδο του καταφυγίου.

Ο Ίρλινγκερ, ξεκαθαρίζει ότι σκοπός της επέκτασης του μουσείου, είναι να συνδέσει τις εικόνες του Χίτλερ να πίνει τσάι, να παίζει με τον σκύλο του και να πηγαίνει στην όπερα του Σάλτσμπουργκ, με τις αποφάσεις που έπαιρνε κατά τη διάρκεια όλων αυτών, να σκοτώνει εκατομμύρια ανθρώπους. Στο μουσείο θα υπάρχει και η ιστορία της Ντόρα Ράινερ, μιας ντόπιας που «σταμπαρίστηκε» ως Εβραία από τους Ναζί και μεταφέρθηκε πρώτα στο Μόναχο και έπειτα στο Κάουνας. Τα χαρτιά της μεταφοράς δείχνουν ότι σκοτώθηκε σε μαζική εκτέλεση λίγο μετά την άφιξή της στη Λιθουανία. «Και έπειτα έχουμε μια τοπική εφημερίδα της Βαυαρίας, που δημοσιεύει ότι όλα της τα υπάρχοντα είναι προς πώληση» λέει ο Ίρλινγκερ. «Υπάρχει αυτή η στενή σύνδεση μεταξύ της ειδυλλιακής εικόνας και των μαζικών εγκλημάτων».

Περίπου 170.000 επισκέπτες βρέθηκαν στο μουσείο το 2017, με πολλούς να παραπονιούνται ότι οι συνθήκες στο μουσείο δεν είναι οι καλύτερες. Ο Ίρλινγκερ, δηλώνει πως το προσωπικό είναι υποχρεωμένο να δίνει πληροφορίες σε εκείνους που επισκέπτονται αλλά και να ξεχωρίζει εκείνους με τα «σκοτεινά κίνητρα». «Ο κόσμος (σ.σ. εννοεί τους ακροδεξιούς επισκέπτες) είναι πιο έξυπνος. Ρωτά πράγματα... οριακά. Κρύβονται καλύτερα. Ξέρουν πως να προβοκάρουν, κάνοντας ερωτήσεις ή στήνοντας αντιπαραθέσεις, που χρειάζονται χρόνο για να τις αντικρούσεις».

Αρκετοί είναι, σύμφωνα με τον Ίρλινγκερ, που πιστεύουν ότι έχουν ακούσει αρκετά για το Γ' Ράιχ. Για τον ίδιο όμως, οι Γερμανοί μόλις που έχουν ξεκινήσει να μιλούν. «Είναι η πρώτη στιγμή από το τέλος του πολέμου, που αρκετός κόσμος ενδιαφέρεται να ξεχάσει. Δεν ρωτάς τι έκανε ο γείτονάς σου αν έχεις εμπλακεί σε αυτό κι εσύ. Έπειτα υπήρξε η δεύτερη γενιά και οι ξεσηκωμοί του 1968 και ο κόσμος άρχισε να ρωτά. Όμως μέρη όπως το Όμπερσάλτσμπουργκ, όπου υπάρχουν μόνο όμορφες εικόνες του Χίτλερ, αγνοήθηκαν. Η τρίτη γενιά, επισκέπτεται αυτά τα μέρη. Μπορούμε να δούμε τη ναζιστική προπαγάνδα πλέον. Είμαστε αρκετά δυνατοί για να αντικρίσουμε τις εικόνες. Έχουμε την υποχρέωση να μην ξεχάσουμε και να προειδοποιήσουμε».