Η επίθεση με τη χρήση αυτοκινήτου-βόμβας είχε στόχο τη σχολή της αστυνομίας της Κολομβίας, στο νότιο τμήμα της πρωτεύουσας. Ο πρόεδρος της Κολομβίας, Ιβάν Ντούκε, που ανήκει στη σκληρή δεξιά και ανέλαβε τα καθήκοντά του τον Αύγουστο, έκανε λόγο για μια «άθλια τρομοκρατική ενέργεια», ανέφερε πως στρέφεται «εναντίον του ολόκληρου έθνους» και δεν θα μείνει ατιμώρητη. Ακόμη, ανήγγειλε ότι τα μέτρα ασφαλείας και οι έλεγχοι στα σύνορα με τη Βενεζουέλα θα ενισχυθούν.

Ανάμεσα στα θύματα της επίθεσης συγκαταλέγονται πολίτες του Ισημερινού (τουλάχιστον μία γυναίκα σκοτώθηκε, άλλος ένας υπήκοος της γειτονικής χώρας τραυματίστηκε) και του Παναμά (δύο τραυματίες), ανέφερε το υπουργείο Εξωτερικών. Ο Ισημερινός και οι ΗΠΑ ήταν ανάμεσα στα πρώτα Κράτη που καταδίκασαν την επίθεση.

Πιστεύεται ότι πίσω από την επίθεση βρίσκεται η οργάνωση Στρατός Εθνικής Απελευθέρωσης (ELN). Ο γενικός εισαγγελέας της Κολομβίας Νέστορ Ουμπέρτο Μαρτίνες δήλωσε ότι ο βομβιστής ονομαζόταν Χοσέ Αλντεμάρ Ρόχας Ροδρίγκες και ήταν 57 ετών. Ανακοίνωσε επίσης πως οδηγούσε ένα ημιφορτηγό στο οποίο είχαν τοποθετηθεί 80 κιλά εκρηκτικής ύλης.

Ο Ρόχας Ροδρίγκες, που έπασχε από ασθένεια και βρισκόταν στο τελικό στάδιο, δέχθηκε να διαπράξει την επίθεση για λογαριασμό των τρομοκρατών έναντι αμοιβής, σύμφωνα με πηγές προσκείμενες στην αστυνομία που επικαλούνται κολομβιανά μέσα ενημέρωσης. Επίσης πιστεύεται πως ο Ρόχας Ροδρίγκες ήταν πρώην αντάρτης.

Οι τρομοκράτες σχεδίαζαν την επίθεση στη σχολή «Στρατηγός Σαντανδέρ» επί τρεις μήνες και φρόντισαν να συμπέσει με μια τελετή αποφοίτησης των δοκίμων.

Προ ημερών, ο ELN κατέρριψε ιδιωτικό ελικόπτερο και απήγαγε το τριμελές πλήρωμά του. Ο επίτροπος για την ειρήνη Μιγκέλ Σεμπάλιος έκρινε ότι ο τρόπος που ενεργεί η οργάνωση απομακρύνει την προοπτική επανέναρξης των διαπραγματεύσεων και κάλεσε την ηγεσία των ανταρτών να πάρει «επειγόντως» μια «απόφαση» για το εάν θέλει να καταθέσει τα όπλα ή όχι.

Oι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις και ο εμφύλιος στην Κολομβία

Οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις ανάμεσα στον Στρατό Εθνικής Απελευθέρωσης και την Μπογκοτά, που άρχισαν τον Φεβρουάριο του 2017 στο Κίτο πριν μεταφερθούν στην Αβάνα, ανεστάλησαν από την προηγούμενη κυβέρνηση μερικές ημέρες πριν αναλάβει τα καθήκοντά του ο πρόεδρος Ντούκε την 7η Αυγούστου 2018.

Οι διαπραγματεύσεις δεν έχουν ξεκινήσει ξανά εξαιτίας των νέων, αυστηρότερων όρων που έθεσε ο Ντούκε μετά την εκλογή του. Ο Ντούκε ζητά από τον ELN να απελευθερώσει όλους τους αιχμαλώτους και τους ομήρους (υπολογίζονται σε 17 άτομα) καθώς επίσης και να βάλει τέλος στις «εγκληματικές δραστηριότητες».

Η ηγεσία του ELN έχει εκφράσει επανειλημμένα προθυμία να διαπραγματευθεί, έχει κατηγορήσει την κυβέρνηση πως δεν θέλει την ειρήνη και υπενθυμίζει συνεχώς πως είχε συμφωνηθεί με την προηγούμενη κυβέρνηση του Χουάν Μανουέλ Σάντος ότι οι συνομιλίες, που είχαν αρχίσει στο Κίτο πριν μεταφερθούν στην Αβάνα, θα συνεχίζονταν παρά τις εχθροπραξίες στην Κολομβία.

Ο ELN, ο οποίος κατά υπολογισμούς της κυβέρνησης συνεχίζει να διαθέτει περίπου 1.800 μαχητές και ευρύ δίκτυο υποστήριξης, είναι επισήμως η τελευταία οργάνωση ανταρτών που συνεχίζει τη δράση της στην Κολομβία αφότου υπεγράφη στα τέλη του 2016, η ιστορική συμφωνία ειρήνης ανάμεσα στην Μπογκοτά και την πιο ισχυρή οργάνωση ανταρτών FARC, που αφοπλίστηκε και μετασχηματίστηκε σε πολιτικό κόμμα.

Το κόμμα FARC καταδίκασε την επίθεση, ενώ προέτρεψε την κυβέρνηση να μην καταληφθεί από «πολεμική υστερία» και να μην επιλέξει «μιλιταριστικές λύσεις», αλλά να επιδιώξει «την ειρήνη μέσω διαλόγου». Ο Παστόρ Αλάπε Λασκάρο, εκπρόσωπος του κόμματος είδε στη χθεσινή επίθεση μια «πρόκληση με στόχο να αποτραπεί η πολιτική λύση της σύρραξης».

Στόχος της επίθεσης ήταν να αποκλειστεί η «η πιθανότητα μιας συμφωνίας με τον ELN», να «απονομιμοποιηθεί κάθε κοινωνική κινητοποίηση» και να «ενισχυθούν» εκείνοι που θέλουν να συνεχιστεί ο πόλεμος, έκρινε ο Αλάπε.

Από το 1958 μέχρι σήμερα, η ένοπλη σύρραξη στην Κολομβία έχει στοιχίσει τη ζωή σε τουλάχιστον 260.000 ανθρώπους. Πάνω από επτά εκατομμύρια πολίτες της χώρας αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους, ενώ 83.000 άνθρωποι θεωρούνται επισήμως αγνοούμενοι.