Σε όσα έγιναν το βράδυ της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα αναφέρθηκε ο φίλος του.

Στην κατάθεση του, υποστήριξε ότι υπήρχε πρόσωπο στην καφετέρια «Κοράλι» που απηύθυνε κάλεσμα για να μαζευτεί κόσμος. «Ελάτε μην αργήσετε» έλεγε στο τηλέφωνο του.

Αλλά και αργότερα, όταν η παρέα του δεχόταν επίθεση, ο μάρτυρας υποστήριξε πως ένας άνδρας «πιο φανατισμένος...» απευθύνθηκε προσωπικά στον Παύλο «τον κοίταζε μέσα στα μάτια και του φώναξε "έλα εδώ ρε κότα, θα σε σκοτώσω" και μετά από λίγα δευτερόλεπτα "ένας αστυνομικός βρέθηκε ανάμεσα στον Παύλο και τον άλλο τύπο».

Ο μάρτυρας ήταν μαζί με τον άτυχο μουσικό το μοιραίο βράδυ και υποστήριξε μεταξύ άλλων πως ήταν δυο άτομα τα οποία κάθονταν σε απέναντι τραπέζι και τους κοίταζαν περίεργα. Ο μάρτυρας μετέφερε στο δικαστήριο το διάλογο που είχε με τον Παύλο Φύσσα: «Τι έχουν πάθει αυτοί και με κοιτάνε έτσι» με ρώτησε ο Παύλος και εγώ του απάντησα «μην τους δίνεις σημασία κάνει μπαμ ότι είναι Χρυσαυγίτες».

Περίεγραψε:

«Κάθονταν σε τέτοιο σημείο που δεν μπορούσαν εύκολα να βλέπουν τηλεόραση... Ήταν εκεί οταν πήγαμε. Κοίταζαν την παρέα μας επίμονα έκανε μπαμ. Από τα χαρακτηριστικά φάνηκε ότι ήταν Χρυσαυγίτες.

Ο ενας φορούσε στρατιωτικό παντελόνι, άρβυλα και νομίζω μαύρη μπλούζα. Νομίζω ότι ο άλλος φορούσε μαύρη μπλούζα και τζιν. Ήταν αρκετά μεγαλύτεροι από εμάς...» κατέθεσε. Και συμπλήρωσε ότι ο ενας τους κοιτούσε και έστελνε μηνύματα με το κινητό του.

Ο μάρτυρας, όπως είπε, βγήκε έξω από την καφετέρια γιατί μιλούσε στο κινητό του και τότε «είδα αυτά τα δυο άτομα στο αμάξι τους το οποίο είχαν παρκάρει πίσω από το δικό μας αυτοκίνητο... Ο ένας είχε ανοίξει το πορτ πάγκαζ. Ο άλλος με κοίταζε έντονα και φόρεσε εκείνη τη στιγμή δερμάτινα γάντια. Υπήρχε μια λάμπα πάνω από το αυτοκίνητο και γι αυτό έβλεπα καλά».

«Υπήρχε και ένας τρίτος άνθρωπος - συνέχισε ο μάρτυρας - που μιλούσε στο τηλέφωνο του. Έκλεινε και τηλεφωνούσε ξανά. Είμαστε στα τρία μέτρα. Κοίταγε τα παιδιά έξω από την τζαμαρία της καφετέριας και έπαιρνε τηλέφωνα. Μάλλον δεν ειχε καταλάβει ότι ήμουν και εγώ στην παρέα. " Ελάτε μην αργήσετε" έλεγε στο τηλέφωνο. Φαινόταν πάρα πολύ ότι καλούσε κόσμο. Μετά τον έχασα. Σε λίγο βγήκε και η δική μας παρέα από την καφετέρια».

Όπως κατέθεσε ο κ. Χατζηευστρατίου ήταν τέτοια η κατάσταση που δεν μπορούσαν να πάνε στο αυτοκίνητο τους. «Υπήρξε μια οπτική επαφή, το πορτ πάγκαζ παρέμενε ανοιχτό και είχαν κάτσει και οι δυο άνδρες και μας κοίταζαν . Μετά από λίγο εμφανίστηκε ένας τύπος με ένα μηχανάκι . Ήρθε σε εμάς πήγε σε αυτούς .... Δεν κατάλαβα τι έγινε σε εμάς, πάντως, είπε ότι είναι αστυνομικός (σ.σ. ο αποκαλούμενος μεσολαβητής) . Πήγε και σε εκείνους ... Δεν ξέρω αν τον πήρε κάποιος τηλέφωνο, αν ήρθε μόνος του αλλά φάγαμε εκεί 5 λεπτά σε συνεννοήσεις . Τελικά, αποφασίσαμε να πάμε να πιούμε μια μπύρα».

Εν συνέχεια ο μάρτυρας αναφέρθηκε και στη «συνάντηση» τους με τον Γιώργο Ρουπακιά πριν από τον φόνο υποστηρίζοντας πως μέσα στο αυτοκίνητο ήταν και μια ξανθιά γυναίκα!

Μέσα σε δευτερόλεπτα ήρθαν πολλά μηχανάκια με 20-30 μπορεί και 40 άτομα. Τότε σταμάτησε ένα αυτοκίνητο μπροστά μας και ο οδηγός ρώτησε «που είναι το Κοράλι». «Μπροστά και πίσω από το αυτοκίνητο ήταν πολλά μηχανάκια. Εγώ ήμουν δίπλα στον Παύλο, ο οποίος του έδειξε την κατεύθυνση» είπε ο μάρτυρας και συνέχισε:

«Μέσα στο αυτοκίνητο υπήρχε συνοδηγός και στο πίσω κάθισμα μια ξανθιά κοπέλα. Περάσαμε απέναντι και τότε κοιτώντας πίσω είδα 30-40 άνδρες να έρχονται προς την Τσαλδάρη. Ακούγονταν φωνές και βρισιές " Ελάτε εδώ ρε κότες , θα σας γ@μησουμε, θα σας σκοτώσουμε. ´Ένας πιο φανατισμένος βγήκε στη μέση της Τσαλδάρη και απευθύνθηκε προσωπικά στον Παύλο τον κοίταξε στα μάτια και του φώναξε: έλα εδώ ρε κότα , θα σε σκοτώσω.

Έχουν σταματήσει αρκετοί πίσω από τον τύπο που απευθύνεται στον Παυλο. Αυτός προπορεύεται...».

Στη συνεχεία όπως είπε ο μάρτυρας η ένταση έφτασε στο αποκορύφωμα της: «Γύρισα το κεφάλι μου. Ο Παύλος περπατούσε και είδα κόσμο πολύ κοντά του. Ήταν όλοι επιθετικοί, φώναζαν. Ο ένας κρατούσε κάτι μαύρο μακρύ, σαν σιδηρολοστό και ένας άλλος κρατούσε κάτι σαν ξύλο. Υπήρχαν 2-3 άτομα που φορούσαν μπλούζες της ΧΑ. Εμείς προσπαθούσαμε να φύγουμε". Τότε όπως είπε εμφανίστηκε μια μηχανή της ομάδας ΔΙΑΣ και "ένας αστυνομικός βρέθηκε ανάμεσα στον Παύλο και τον άλλο τύπο. Κοίταξε και προς τις δυο κατευθύνσεις. Εκείνη τη στιγμή βγήκαν περισσότερα άτομα από την Κεφαλληνίας και ο Παύλος φώναξε " τρέχουμε" και εμείς αρχίσαμε να φεύγουμε γιατί ήταν πάρα πολλά τα άτομα. Το τελευταίο που είδα ήταν στο μισό μέτρο από τον Παυλο να βρίσκονται 5-6 άτομα. Δίπλα του, νομίζω ήταν η Χρυσά και ο Μελαχρινοπουλος. Συνέχιζαν να φωνάζουν αλλά από τη στιγμή που μπήκα στο στενό δεν μπορούσα να ακούσω».

Απαντώντας σε σχετικές ερωτήσεις είπε πως όταν είδε τον αστυνομικό «ηρέμησα και σκέφτηκα ότι δεν θα γίνει τίποτα. Πιστεύω ότι ο αστυνομικός έκανε τη δουλειά του. Μπήκε στη μέση για να σταματήσει μια συμπλοκή».

Η παρέα των νεαρών, όπως είπε ο μάρτυρας, κρύφτηκε σε μια πυλωτή και ο ίδιος ειδοποίησε την αστυνομία.

«Πήγαμε σε μια πυλωτή και εκεί παραμείναμε πολύ ώρα. Πέρναγαν συνεχώς μηχανάκια. Μπορεί και να μας έψαχναν. Πήρα την αστυνομία τηλέφωνο και βγήκαμε από εκεί όταν ήρθε το περιπολικό . Μετά μας έβαλαν χειροπέδες και μας μπήκαμε στο πίσω κάθισμα του περιπολικού. Κάποιος πήρε τηλέφωνο το φίλο μας ή από τον ασύρματο και έτσι μάθαμε ότι έχει μαχαιρωθεί ο Παύλος». Όταν πήγαν στο αστυνομικό τμήμα είπε, τους έβαλαν στο ίδιο γραφείο με τον Γιώργο Ρουπακιά τον οποίο , μάλιστα, αναγνώρισε σήμερα στο δικαστήριο.

Ωστόσο η πιο συγκινητική στιγμή της κατάθεσης του ήταν όταν αποκάλυψε πως εδώ και τρία χρόνια βασανίζεται που άφησε πίσω τον φίλο του και έτρεξε για να ξεφύγει.

«Γιατί δεν γυρίσατε πίσω για να βοηθήσετε τον Παύλο;» τον ρώτησε η εισαγγελέας. «Θα σας απαντήσω ειλικρινά. Είναι ο λόγος που εδώ και τρία χρόνια βασανίζομαι και γι' αυτό δεν ήθελα να έρθω να καταθέσω. Ήταν η πρώτη φορά που δεν βοήθησα φίλο μου στα δύσκολα, ίσως και να ήμασταν και οι δυο νεκροί...» απάντησε και έκανε την εκτίμηση πως «ίσως ο Παύλος έμεινε πίσω για να τους καθυστερήσει, για να μην μας πιάσουν». Μιλώντας για τον αδικοχαμένο φίλο του είπε πως ήταν «ευθύς, ήρεμος, ο σοφότερος της παρέας, πολύ εργατικός και προστατευτικός .... Επειδή ήμασταν μικρότεροι έμπαινε πάντα μπροστά».

Ο μάρτυρας είπε πως μετά τη δολοφονία έπαθε νευρικό κλονισμό, όταν έμαθε για τη δολοφονία του φίλου του, και υποχρεώθηκε να φύγει από την Αθήνα για να μπορέσει να συνέλθει.

Η δίκη συνεχίζεται την Πέμπτη.