Ως αντισυνταγματικές έκρινε το ΣΤ' τμήμα του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) τις περικοπές σε δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα κι επιδόματα αδείας μετά το 2012 και παρέπεμψε, λόγω μείζονος σπουδαιότητας, για αμετάκλητη κρίση την υπόθεση στην Ολομέλεια του ΣτΕ.

Συγκεκριμένα, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας θα κληθεί να αποφασίσει αμετάκλητα για την τύχη των δώρων Πάσχα, Χριστουγέννων και επίδομα αδείας για τους εν ενεργεία δημοσίους υπαλλήλους, μετά την σημερινή απόφαση του ΣΤ Τμήματος του ανωτάτου δικαστηρίου, το οποίο λόγω μείζονος σπουδαιότητας της υπόθεσης την παρέπεμψε για τελική κρίση στην Ολομέλεια του ΣτΕ, δίδοντας όμως το στίγμα των επόμενων δικαστικών βημάτων, καθώς έκρινε ήδη αντισυνταγματικές τις σχετικές περικοπές για μετά το 2012.

Αξίζει να σημειώσουμε πως η απόφαση του Στ τμήματος είναι η πρώτη που εκδίδεται από το Συμβούλιο Επικρατείας, μετά το μπαράζ προσφυγών από εν ενεργεία και συνταξιούχους για τις περικοπές των δώρων και του επιδόματος αδείας που ξεκίνησαν το 2015, όταν εκδόθηκε η απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ η οποία έκρινε ότι οι περικοπές μετά το 2012 είναι αντισυνταγματικές.

Κρίσιμο θέμα στο οποίο θα αποφανθεί η Ολομέλεια τώρα είναι από πότε θα οφείλονται αναδρομικά, από το 2012 η από το 2015, όταν και εκδόθηκε η απόφαση της Ολομέλειας, ποιούς θα αφορούν και πρωτίστως αν οι αποφάσεις που εκδίδονται θα έχουν γενική ισχύ, δηλαδή θα αφορούν όλους τους ενδιαφερόμενους η μόνον εκείνους που είχαν την πρόνοια να προσφύγουν.

Στην απόφαση μεταξύ άλλων επισημαίνεται ότι «ο νομοθέτης όφειλε αποφαινόμενος τεκμηριωμένα για την αναγκαιότητα του μέτρου, να εξετάσει την ύπαρξη τυχόν εναλλακτικών επιλογών και να συγκρίνει τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα της καθεμιάς για τον επιδιωκόμενο δημόσιο σκοπό της δημοσιονομικής προσαρμογής καθώς και εάν οι επιπτώσεις της συγκεκριμένης περικοπής αποδοχών στο βιοτικό επίπεδο των θιγόμενων, αθροιζόμενες με τις επιπτώσεις από τα ήδη ληφθέντα μέτρα αντιμετώπισης της κρίσης, και συνδυαζόμενες με τις κοινωνικό-οικονομικές συνθήκες, οδηγούν σε ανεπίτρεπτη μείωση του επιπέδου ζωής των υπαλλήλων, κάτω του επιπέδου της αξιοπρεπούς διαβίωσης».

Κι ενώ οι δικαστές αναγνωρίζουν ότι ο νομοθέτης εκτιμώντας τις κρατούσες κοινωνικές συνθήκες μπορεί να προβαίνει σε μείωση του βασικού μισθού ή των επιδομάτων στο πλαίσιο του δημοσίου συμφέροντος, ωστόσο επισημαίνουν ότι: 

«Με την επίμαχη διάταξη επιχειρείται νέα, για πολλοστή φορά περικοπή την αποδοχών, της ίδιας ακριβώς ομάδας θιγόμενων, ειδικότερα δε, θεσπίζεται πλέον με αυτήν, όχι περαιτέρω μείωση, αλλά κατάργηση των ετήσιων αποδοχών».

Σύμφωνα με τους δικαστές, τα «επιδόματα, εορτών και αδείας, συνδέονται από τη φύση τους με τις αυξημένες ανάγκες που ανακύπτουν κατά τις εορταστικές περιόδους και κατά την περίοδο των θερινών διακοπών, οι οποίες ανάγκες συντρέχουν για όλους τους υπαλλήλους ανεξάρτητα από το μισθό του καθενός». 

«Ο νομοθέτης δεν δικαιολογείτο πλέον να προχωρήσει στην υιοθέτηση του επίμαχου καταργητικού μέτρου, χωρίς προηγουμένως να έχει εκτιμήσει την προσφορότητα του μέτρου ενόψει και της διαπίστωσης, ότι τα αντίστοιχα μέτρα που είχε λάβει έως τότε δεν είχαν αποδώσει τα αναμενόμενα, και ότι η οικονομική ύφεση είχε ενταθεί με ρυθμούς που είχαν ανατρέψει τις αρχικές προβλέψεις», καταλήγουν.