Το ημερολόγιο δείχνει 23 Ιανουαρίου 1997 και στις δικαστικές αίθουσες έχει φτάσει η ώρα να ακουστεί η ποινή του Αντώνη Δαγκλή. Του ανθρώπου που δολοφόνησε τρεις γυναίκες και επιχείρησε να κόψει το νήμα της ζωής σε τουλάχιστον άλλες έξι. Με μεγάλη αγωνία το πανελλήνιο παρακολουθεί την εξέλιξη της δίκης, μέσα από τον Τύπο της εποχής, που ταυτόχρονα σκιαγραφεί το πορτραίτο του serial killer. Γεννημένος το 1974, σε ένα φτωχικό σπίτι στην Κοκκινιά, μεγαλώνει μέσα σε ένα πολύ σκληρό περιβάλλον. Φορτηγατζής στο επάγγελμα ο πατέρας του σχεδόν καθημερινά χτυπάει άσχημα τον νεαρό Αντώνη και τον αδελφό του, ενώ κακοποιεί τη μητέρα των δύο αγοριών, μία πρώην ιερόδουλη. 

Το μίσος αρχίζει να φωλιάζει στην ψυχή του, με κάποιες φράσεις του Αντώνη Δαγκλή στο δικαστήριο να συγκλονίζουν: «Μισούσα όλες τις ιερόδουλες και συνεχίζω να τις μισώ. Πήγαινα να τις δω για σεξ αλλά ξαφνικά άλλες εικόνες έρχονταν στο μυαλό μου. Άκουγα φωνές οι οποίες με διέταζαν να σκοτώνω. Μία φορά σκέφτηκα να πνίξω τη μνηστή μου, αλλά συγκράτησα τον εαυτό μου».

Το πτώμα της ιερόδουλης στα διόδια της Τραγάνας

Το ημερολόγιο δείχνει 29 Οκτωβρίου 1995 και στα πρωτοσέλιδα της εποχής κυριαρχεί ένα στυγερό έγκλημα που διαπράχθηκε κοντά στα διόδια της Τραγάνας, στην εθνική οδό Αθηνών - Λαμίας. Οι Αρχές έχουν εντοπίσει δολοφονημένη με ιδιαίτερη αγριότητα την 29χρονη ιερόδουλη, Ελένη Παναγιωτοπούλου. Σύμφωνα με τον ιατροδικαστή ο δολοφόνος αφού στραγγάλισε την κοπέλα, αφαίρεσε τα σπλάχνα της, έκοψε τις θηλές από το στήθος της και στο τέλος την τεμάχισε. Στο άκουσμα της είδης επικρατεί τρόμος στα στέκια του αγοραία έρωτα. 

Δύο μήνες αργότερα, ανήμερα των Χριστουγέννων του 1995, περαστικοί εντοπίσουν τυχαία στον Βοτανικό τη σορό μίας ακόμη νεαρής κοπέλα. Αυτή ανήκει σε μία ακόμη ιερόδουλη, την 26χρονη Αθηνά Λαζάρου. Αιτία θανάτου και πάλι ο στραγγαλισμός, αν και το πτώμα δεν ήταν κακοποιημένο όσο το πρώτο. Οι αστυνομικοί για πρώτη φορά εξετάζουν το ενδεχόμενο να είναι αντιμέτωποι με έναν μανιακό δολοφόνο.

Για περίπου ένα μήνα η Αστυνομία εξαπολύει ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό και τη σύλληψη του serial killer που έχει μπει στις ζωές των Αθηναίων. Στις 21 Ιανουαρίου 1996 οι Αρχές εντοπίζουν ένα λευκό φορτηγάκι, που μοιάζει με τις περιγραφές που έχουν από μάρτυρες που κινούνται σε στέκια ιεροδούλων. Σταματούν τον οδηγό για έλεγχο και ανακαλύπτουν πως στο εσωτερικό του είχε τοποθετηθεί στρώμα από αφρολέξ ενώ υπήρχε και ένα κουτί με εργαλεία, ενώ βρίσκουν και έναν σταυρό που ανήκε στη νεκρή Παναγιωτοπούλου. Οι αστυνομικοί είναι πλέον σίγουροι ότι έχουν στα χέρια τους τον «Αντεροβγάλτη των Αθηνών».  

Το πτώμα που δεν βρήκε ποτέ η Αστυνομία

Ο Αντώνης Δαγκλής συλλαμβάνεται και κατά την προανάκριση ομολογεί τα πάντα και ακόμη περισσότερα. Σύμφωνα με την κατάθεση του το 1993, με το ίδιο λευκό Volkswagen φορτηγάκι, ενώ ήταν 18 στα 19, είχε διαπράξει ακόμα ένα έγκλημα: Είχε πάρει με το αμάξι μια πόρνη από την οδό Σέκερη, που του είπε ότι την έλεγαν Καίτη, πήγαν μαζί στον Καρέα, την έγδυσε, έκαναν σεξ και κατά τη συνουσία τη στραγγάλισε. Όπως ομολόγησε, τοποθέτησε το πτώμα σε απόμερο σημείο, επιστράτευσε μαχαίρι και πριόνι και το τεμάχισε, διασκορπίζοντας στη συνέχεια τα μέλη του σε διάφορα σημεία της Αθήνας ούτως ώστε να μην εντοπιστούν. Ποτέ η ΕΛ.ΑΣ. δεν μπόρεσε να ταυτοποιήσει το πτώμα.

«Ο Δαγκλής μού είπε για τρεις ανθρωποκτονίες. Απαντούσε ευθέως και ήταν συνεργάσιμος. Υποστήριζε ότι όλα ήταν συνέπεια ψυχικής νόσου και ζητούσε να τον βοηθήσουμε. (…) Πρόκειται για μια σεξουαλική διαστροφή, και από νομική άποψη οι σεξουαλικές διαστροφές δεν υπάγονται στις νοσηρές διαταραχές των πνευματικών λειτουργιών. Δεν έχει το ακαταλόγιστο. (…) Θα περίμενε κανείς μια εμφανή συντριβή από έναν άντρα που έχει κάνει τόσα εγκλήματα. Όταν όμως τον εξέτασα δεν τον είδα ιδιαίτερα συντετριμμένο», θα καταθέσει στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο Αθηνών ο ψυχίατρος, Χρ. Βούρδας. 

Από την πλευρά του ο ψυχίατρος των φυλακών Κορυδαλλού, Μ. Σκόδρας, που παρακολουθούσε τον Αντώνη Δαγκλή από την προφυλάκισή του, βεβαίωσε ότι παρουσίαζε «δυσθυμική διαταραχή της προσωπικότητάς του». 

Ο επίλογος στο κελί 33 στο Ψυχιατρείο του Κορυδαλλού

Στις 23 Ιανουαρίου 1997 οι δικαστές επιβάλλουν στον Αντώνη Δαγκλή 12 φορές ισόβια και 25 χρόνια κάθειρξη για τρεις δολοφονίες γυναικών, έξι απόπειρες ανθρωποκτονιών, δέκα ληστείες, βιασμούς, προσβολή μνήμης νεκρού, που αφορά στον τεμαχισμό πτωμάτων, και βιασμούς ιεροδούλων. Μέχρι τότε αυτή ήταν η μεγαλύτερη ποινή που είχε επιβληθεί ποτέ στα ελληνικά δικαστήρια σε καταδικασθέντα, αφότου καταργήθηκε η θανατική ποινή στην Ελλάδα. Η μητέρα του κατά την ακρόαση της ετυμηγορίας των δικαστών λιποθύμησε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο.

Οι τίτλοι τέλους για τον Αντώνη Δαγκλή γράφονται στις 2 Αυγούστου 1997 όταν εντοπίζεται απαγχονισμένος στο κελί 33 του Ψυχιατρείου των Δικαστικών Φυλακών Κορυδαλλού. Δίπλα του, έχοντας αυτοκτονήσει και αυτός, βρίσκεται ο συγκρατούμενος του Γ. Μακρίδης. «Το ‘χω μετανιώσει και ζητώ επιείκεια. Πήγαινα κανονικά μαζί τους για μια σεξουαλική επαφή και γινόταν το αντίθετο. Ίσως αυτό που είχα δει, τη μητέρα μου με κάποιον... Δεν θυμάμαι πώς έφτανα μέχρι εκεί. Εκείνες τις στιγμές ήμουν εκτός εαυτού», ήταν μία από τις τελευταίες του φράσεις στο δικαστήριο.