Η έγκριση αφορά στη μελέτη συντήρησης, αποκατάστασης και ανάδειξης του Μνημειακού Προπύλου και του Κτηρίου Ι, δυο σημαντικών κτηρίων που ανήκαν στο τεράστιο οικοδομικό συγκρότημα του ανακτόρου, το οποίο είχε έκταση περίπου 56 στρέμματα.

Το ανάκτορο ουσιαστικά σώζεται μόνο στις θεμελιώσεις, καθώς η ανωδομή του εξαφανίστηκε κατά τους βυζαντινούς και μετέπειτα χρόνους με την τεράστια αρπαγή λίθων που συντελέστηκε.

Χαρακτηρίζεται από τεράστια κλίμακα, αλλά και θεατρικότητα λόγω του ότι ήταν χτισμένο σε διαδοχικά επίπεδα (άνδηρα).

Τα υπάρχοντα τμήματα έχουν καταγραφεί, ώστε να αξιοποιηθεί στις εργασίες αναστήλωσης.

Στα σχέδια είναι η αποκατάσταση τεσσάρων κιόνων στο περιστύλιο της αυλής του Κτηρίου Ι και τριών ακόμα στη στοά του Προπύλου.

Κάθε νέα επέμβαση θα είναι απόλυτα αναστρέψιμη, ενώ δίνεται έμφαση στην προσβασιμότητα και από τα ΑμεΑ.

Τον ήπιο τρόπο της αποκατάστασης αυτού του τμήματος του ανακτόρου εξήραν μέλη του ΚΑΣ, που τόνισαν τη σημασία που έχει η συγκεκριμένη γνωμοδότηση «για την ανάδειξη και μερική, με πολλή σύνεση, αναστήλωση του ανακτόρου της Αρχαίας Πέλλας, του μεγαλύτερου στη Μακεδονία».

Ένα μνημείο που «είμαστε υποχρεωμένοι να σκεφτούμε τρόπους να αναδείξουμε» λόγω της αρχιτεκτονικής του σύλληψης, αλλά και της άυλης αξίας που φέρει σε σχέση με τη Μακεδονία και τον Μέγα Αλέξανδρο» όπως είπαν.

Το Ανάκτορο της Αρχαίας Πέλλας, πρωτεύουσας της αρχαίας Μακεδονίας, ήταν η καρδιά του βασιλείου των Μακεδόνων.

Χτισμένο σε εξαίρετη θέση με ιδανικό νότιο προσανατολισμό και θέα στη μακεδονική πεδιάδα, ήταν η έδρα της βασιλικής εξουσίας του μακεδονικού κράτους.

Τα ανεξάρτητα κτήρια από τα οποία αποτελούνταν επικοινωνούσαν μεταξύ τους με στοές, διαδρόμους και κλιμακοστάσια.

Τα κτήρια υψώνονταν σε κλιμακούμενα άνδηρα, που δημιουργήθηκαν με επιχώσεις, ισοπεδώσεις του ασβεστολιθικού βράχου και με τη βοήθεια αναλημματικών τοίχων.

Η πρόσβαση γινόταν από το Πρόπυλο, που πλαισιωνόταν από δυο δωρικές κιονοστοιχίες στα Ανατολικά και στα Δυτικά, οι οποίες αντιστοιχούσαν σε δυο κτίρια, στο Κτίριο Ι (στα ανατολικά) και στο Κτήριο ΙΙ.

Τα δυο αυτά κτήρια ήταν τα πλέον επίσημα του ανακτόρου. Από την έρευνα που προηγήθηκε της μελέτης, ανιχνεύτηκαν στην περιοχή της επέμβασης, μεταξύ άλλων, οικοδομικές φάσεις που χρονολογούνται στα μέσα του 4ου αι. π. Χ., δηλαδή επί Φιλίππου Β', καθώς και στο α' μισό του 3ου αι. π. Χ., επί Αντιγόνου Γονατά, ο οποίος έκανε εμβληματικές επεμβάσεις (π.χ. αψιδωτές κατασκευές και εξέδρες) με συμβολικό χαρακτήρα, καθώς και άλλες, πιθανότατα μετά από κάποια φυσική καταστροφή.