Το επίκεντρο του σεισμού είναι 47 χλμ. δυτικά της Καστοριάς και το εστιακό βάθος εκτιμάται σρτα 3,5 χλμ.

Ο σεισμός έγινε αισθητός σε όλη την δυτική Μακεδονία την Ήπειρο και την Νότια Αλβανία.

H περιοχή παρουσιάζει έντονη δραστηριότητα και στις 10 το πρωί σημειώθηκε άλλη μία δόνηση 4,9 Ρίχτερ.

Είχαν προηγηθεί άλλες δύο δονήσεις 4,7 και 4,4 βαθμών, σύμφωνα με το Γεωδυναμικό Ινστιτούτο.

«Η σεισμική διέγερση συνεχίζεται, έχουν καταγραφεί περίπου δεκαπέντε, είκοσι μικρότεροι σεισμοί. Παρακολουθούμε και καταγράφουμε. Αν δεν περάσουν 48 ώρες δεν μπορούμε να κάνουμε εκτιμήσεις», δήλωσε ο καθηγητής Σεισμολογίας του ΑΠΘ Γιώργος Καρακαΐσης.

Ο καθηγητής Σεισμολογίας επισημαίνει ότι η σεισμική δραστηριότητα δεν συνδέεται με το σεισμικό ρήγμα που έδωσε τον ισχυρό σεισμό μεγέθους 6,6 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ, ο οποίος έπληξε στις 13 Μαΐου του 1995 τα Γρεβενά και την Κοζάνη. «Καμιά σχέση δεν έχει με τον σεισμό Κοζάνης - Γρεβενών το 1995. Δεν συνδέεται με αυτό το ρήγμα».

Τα Ελληνοαλβανικά σύνορα και το σεισμικό ιστορικό

«Μία ακτίνα περίπου 30-40 χιλιομέτρων γύρω από τη συγκεκριμένη περιοχή που παρατηρούμε σήμερα σεισμική δραστηριότητα έχει δώσει στο παρελθόν σεισμούς με μεγάλα μεγέθη, Ο πλησιέστερος σεισμός χρονικά και χωρικά ήταν αυτός της 26ης Μαίου του 1960, που έπληξε τη γειτονική μας χώρα, την Αλβανία, με εννέα νεκρούς, ζημιές σε πεντακόσια σπίτια, αρκετούς τραυματίες και είχε γίνει αισθητός στους κατοίκους των Ιωαννίνων, Κοζάνης, Καστοριάς και Κέρκυρας. Άλλο ένα "ισχυρό γεγονός" είχε συμβεί το 1919, με μέγεθος 6,3 βαθμών της κλίμακας Ρίχτερ», σχολίασε ο κ.Καρακαΐσης.

Σύμφωνα με τον καθηγητή Σεισμολογίας του ΑΠΘ, μέχρι τις 13:00 «καταγράφηκαν είκοσι τουλάχιστον σεισμικές δονήσεις μεγέθους 2,5 βαθμών και πάνω».