Στο βιβλίο του με τίτλο «Μια Φυσιολογική Ζωή» ο Παλαιοκώστας ισχυρίζεται πως λήστευε μόνο τράπεζες και κατηγορεί την αστυνομία ότι του «φόρτωσε» και άλλες ληστείες που δεν έκανε:  «Μέσα από το βιβλίο μου που είναι και η μόνη πρόσβαση που μπορώ να έχω στο δημόσιο λόγο, ζώντας ως καταζητούμενος, προκαλώ την ηγεσία της ΕΛ.ΑΣ να δώσει στη δημοσιότητα το συγκεκριμένο διαβατήριο (έτσι όπως είναι, χωρίς καμία παρέμβαση) το οποίο κράτησαν κρυφό τόσα χρόνια όλοι οι προκάτοχοί τους για να μην αποκαλυφθεί με πόση ευκολία στήνονται αλλεπάλληλα κατηγορητήρια σε βάρος καταζητούμενων και όχι μόνον», αναφέρει.

Αρκετά γλαφυρή είναι και η περιγραφή της κινηματογραφικής απόδρασης από τον Κορυδαλλό: «Περάσαμε μαζί την πόρτα και ο Αλκέτ (Ριζάι) την έκλεισε πίσω του. Έβγαλε από τη μέση του την αλυσίδα, την πέρασε γύρω από τα κάγκελα και την κλείδωσε με λουκέτο. Ο υπάλληλος προαυλίου δεν το κούνησε ρούπι, παρά καθόταν όπως όλοι οι κρατούμενοι και απολάμβανε το απρόσμενο θέαμα. Οι αισθήσεις μας βρίσκονταν σε ύψιστο συναγερμό. Η αδρεναλίνη έσπαγε κοντέρ. Αφήναμε πίσω μας το κτιριακό συγκρότημα του Κορυδαλλού, πετώντας προς τη γλυκιά ελευθερία».

«Το χρήμα για εμάς είχε αξία μόνο όσον αφορά την κάλυψη εξόδων που μας χρειάζονταν για να διατηρούμε την ελευθερία μας. Κι αφού μας διώχνανε για πάντα από τον τόπο μας, κάποιο τρωκτικό έπρεπε να πληρώσει από τα κλεμμένα του, που ούτως ή άλλως ποτέ δεν θα επέστρεφε στον ελληνικό λαό», γράφει ο Παλαιοκώστας για την απαγωγή του επιχειρηματία Χαΐτογλου.