Όταν έφτασε στα δικαστήρια της Πάτρας οι δικοί του άνθρωποι του φώναζαν «είσαι ήρωας».

Ο κατηγορούμενος ζήτησε συγγνώμη λέγοντας: «Δεν ήθελα να σκοτώσω τον πατέρα μου, ο ίδιος ο πατέρας μου με αυτά που έκανε μου δημιούργησε πόνο, οργή. Δεν υπήρχε μέρα που να μη φάμε ξύλο, που να μη δω τη μητέρα μου να σέρνεται, που να μη βγάζω αίμα από το στόμα και τη μύτη. Δεν ήταν πατέρας, ήταν τέρας. Δεν ενδιαφερόταν για κανέναν».

«Τον μεγαλύτερο εξευτελισμό τον έζησα ένα πρωί. Περάσαμε με το καράβι στη Κυλλήνη. Μου έσκισε τα ρούχα και με έβαλε να ζητιανεύω για να βγάλει λεφτά. Τα άλλα παιδιά έπαιζαν και με έβλεπαν να ζητιανεύω. Δε θα το ξεχάσω ποτέ. Είναι περασμένα αλλά όχι ξεχασμένα», πρόσθεσε στην απολογία του.

Πλέον αναμένεται η αγόρευση του εισαγγελέα και η απόφαση του δικαστηρίου.

Ολόκληρη η απολογία του 27χρονου όπως τη δημοσίευσε το STAR:

Καταρχήν θέλω να πω μια μεγάλη συγγνώμη στη Δικαιοσύνη. Δεν ήθελα να σκοτώσω τον πατέρα μου, ο ίδιος ο πατέρας μου με αυτά που έκανε μου δημιούργησε πόνο, οργή, δεν έχω πειράξει κανέναν στη ζωή μου. Δεν σκότωσα εγώ τον πατέρα μου, τον σκότωσε ο πόνος, η οργή και η αγανάκτηση ενός μικρού παιδιού.

Δεν υπήρχε μέρα που να μη φάμε ξύλο, που να μη δω τη μητέρα μου να σέρνεται, που να μη βγάζω αίμα από το στόμα και τη μύτη. Δεν ήταν πατέρας, ήταν τέρας. Δεν ενδιαφερόταν για κανέναν ποτέ. Τρώγαμε ψωμί με αίμα. Έσταζε το αίμα πάνω στο πιάτο και αναγκαζόμουν να το φάω.

Έτρωγε ξύλο η μάνα μου, έτρεχε να κρυφτεί αλλά ήμασταν ανήμποροι. Μας έλεγε ότι θα την κάνει κομμάτια.

Ένα βράδυ ξύπνησα τρομαγμένος, είχε βάλει τη μητέρα μου στην κουζίνα και την ανάγκαζε να υπογράψει ένα χαρτί με το πιστόλι στον κρόταφο. Ένα χαρτί ότι μας εγκαταλείπει. Της έλεγε “σκάσε θα δει το παιδί σου να πεθαίνει και μετά θα πεθάνεις και εσύ”. Τον μεγαλύτερο εξευτελισμό τον ένιωσα όταν έμεινα μόνος μου μαζί του. Με έδενε σε μία καρέκλα, με έβαζε να κάνω αγροτικές δουλειές, να κουβαλάω πέτρες. Έχω καταστρέψει τη μέση μου.

Ξέρετε πόσα βράδια με έβαζε να κοιμάμαι χωρίς εσώρουχα και να ξαπλώνουμε στο ίδιο κρεβάτι. Τον έβλεπα να παρακολουθεί ταινίες ερωτικού περιεχομένου. Όταν έφυγα από το σπίτι, του είπα να μην με αναζητήσει ξανά. Τον καιρό που έμεινα μαζί του δεν με άφηνε να πάω σχολείο και έχασα μια χρονιά.

Πόσο θυμό και πόση οργή μου έχει δημιουργήσει αυτός ο άνθρωπος. Δεν ήμουν καν γραμμένος στο μητρώο αρρένων. Το έμαθα όταν πήγα στην στρατολογία. Πήγα στο Δήμο να ρωτήσω και μου απάντησαν “είσαι αόρατος”. Δεν τους πήγαινε ένα χαρτί που του ζητούσαν γι αυτό συνέβη αυτό.

Τον μεγαλύτερο εξευτελισμό τον έζησα ένα πρωί. Περάσαμε με το καράβι στην Κυλλήνη. Μου έσκισε τα ρούχα και με έβαλε να ζητιανεύω για να βγάλει λεφτά. Τα άλλα παιδιά έπαιζαν και με έβλεπαν να ζητιανεύω. Δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είναι περασμένα αλλά όχι ξεχασμένα.

Όταν έμενα με τη μητέρα μου όλα πήγαιναν καλά, είχα ξεφύγει από αυτόν τον άνθρωπο. Κάποια στιγμή άκουσα ότι είχε ασελγήσει στη μεγάλη μου αδερφή. Για ατό πήγα στην Αθήνα για να ξεχάσω τα πάντα. Μου έλεγε, γελώντας, ότι μοιάζω στον πατριό μου. Δεν του έλεγα κάτι γιατί φοβόμουν.

Γύρισα στο χωριό μετά από τρία χρόνια. Ο πατέρας μου είχε παντρευτεί μια γυναίκα από τη Ρουμανία και είχε δύο μικρά παιδιά. Άκουγα ότι τα βασανίζει και ότι τα βάζει να δουλεύουν, ότι τα έδενε σε κολόνες. Μάλιστα είχα ακούσει ότι είχε ασελγήσει στο μικρό κοριτσάκι. Το σπίτι ήταν χειρότερο από χοιροστάσιο, τα παιδιά άπλυτα, να κουβαλάνε ξύλα. Τους πήγαινα σοκολάτες γιατί ήξερα ότι τους λείπουν όπως έλειπαν και σε εμάς. Τους τράβαγε τις ψείρες από τα μαλλιά με την ηλεκτρική σκούπα. Αποκαλούσε χυδαία το μικρό κοριτσάκι.

Είχε ζητήσει από τη γειτόνισσα να του φέρει μια γυναίκα και ως αντάλλαγμα θα της έδινε το μικρό κοριτσάκι του για να του το μεγαλώσει εκείνη. Δεν υπήρχε μέρα που να μη μου κάνει συζήτηση για γυναίκα. Μου είχε ζητήσει ακόμη και τη μεγαλύτερη αδερφή μου να του πάω. Μου είχε πει “θα π@@@@ω εγώ την αδερφή σου και όταν δεν θα μπορώ θα την π@@@@@@ς εσύ”.

Ήθελα να βοηθήσω τα δυο μικρά μου αδερφάκια αλλά δεν ήξερα τον τρόπο. Τον τελευταίο καιρό πήγαινα συνέχεια στο σπίτι του για τα μικρά μου αδέρφια. Μια μέρα είδα το μικρό κοριτσάκι αναστατωμένο με τα χεράκια μπροστά στα γεννητικά της όργανα. Μου είπε ότι πονούσε. Ήμουν σίγουρος ότι ο πατέρας μου την είχε πειράξει. Χαϊδευόταν με το μικρό κοριτσάκι όπως χαϊδευόταν και με τη μεγαλύτερη αδερφή μου.

Συνέχιζε να με πιέζει να του φέρω γυναίκα και συγκεκριμένα την αδερφή μου. Μου είπε πως αν δεν του την πάω, θα μας σκοτώσει όλους και τα μικρά παιδιά του και μετά θα αυτοκτονήσει. Τρελάθηκα και έγινε ότι έγινε δυστυχώς. Το ραντεβού μου το είχε κλείσει εκείνος δυο μέρες πριν και μου είπε που θα βρισκόμασταν. Ήμουν ράκος. Δεν ήξερα πως να βοηθήσω αυτά τα παιδιά.

Με έπαιρνε τηλέφωνα, θύμωσα και πήρα το όπλο. Έφτασα στο σημείο της δολοφονίας με το αυτοκίνητο της αδερφής μου. Ήμουν θολωμένος και δεν μπορώ να θυμηθώ πως έφτασα σε αυτό το σημείο. Πάρκαρα το αυτοκίνητο, κατέβηκα κάτω, εκείνος ήταν στο αυτοκίνητο, μου ήρθα στο μυαλό όλες οι αναμνήσεις.

Από εκεί και πέρα σας ορκίζομαι ότι δεν θυμάμαι κάτι. Ο ίδιος ο πατέρας μου με ανάγκασε να φτάσω σε αυτό το σημείο. Πιστέψτε με. Ζητάω ακόμη μία φορά συγγνώμη.